Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

Οι Μονοφυσίτες

Μονοφυσίτες

Με την γενική ονομασία «Μονοφυσίτες» εννοούμε ένα πλήθος θρησκευτικών ομάδων με μικρές δογματικές διαφορές αναμεταξύ τους. Το μεγαλύτερο λάθος της διδασκαλίας τους- εξ ου και η ονομασία τους- είναι πως ο Χριστός είχε μια φύση, την θεϊκή. Αυτό διότι κατά την ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση- όπως υποστηρίζουν- υπερτέρησε η πρώτη και ούτε λίγο ούτε πολύ «απορρόφησε» την δεύτερη. Αυτήν την αυθαίρετη θεωρία επινόησε ο Αρχιμανδρίτης Ευτυχής τον 5ο αιώνα παρασύροντας μαζί του στην πλάνη πολλούς ακόμη (π.χ. Σεβήρος, Διόσκορος κλπ.). Η 4η Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε αυτήν την αίρεση. Η απόφαση επικυρώθηκε με το γνωστό θαύμα της Αγίας Ευφημίας. Δυστυχώς πολλοί αποκόπηκαν από την Εκκλησία μένοντας έως τώρα στην πλάνη και παραδεχόμενοι μόνον τις 3 πρώτες Συνόδους. Φυσικά όποιος δεν αποδέχεται μέρος τις αληθείας την αρνείται ολόκληρη. Απόγονοι αυτών είναι οι Κόπτες, Συριάνοι, Ιακωβίτες, Αρμένιοι, Αιθίοπες κ.α.

Υπάρχουν πλήθος παραδειγμάτων στα συναξάρια όπου αποδεικνύεται μέσα από την αγιοπνευματική ζωή των Αγίων μας πως οι διδασκαλίες όλων αυτών των ομάδων είναι αντίθετες προς την Αλήθεια της Εκκλησίας του Χριστού.

Εκ του Λημωναρίου

Ο εφημέριος της αγίας του Χριστού Αναστάσεως, που ονομαζόταν Αναστάσιος, μου διηγήθηκε ότι πήγε στον άγιο τάφο μια πλούσια και φημισμένη γυναίκα, για να προσκυνήσει, μια Κυριακή πρωί, μόνη της. Αμέσως μόλις πλησίασε στην πόρτα του ιερατείου, που οδηγούσε στον δεξιό χορό του καθολικού, την συνάντησε η Δέσποινα Θεοτόκος μαζί με άλλες γυναίκες μυροφόρες, και η οποία την εμπόδιζε φανερά, λέγοντας: «Αφού δεν είσαι με εμάς, πώς τόλμησες να μπεις εδώ;», καθώς ανήκε στην αίρεση του Σεβήρου του ακέφαλου. Εκείνη, όμως, παρακαλούσε πολύ και η Θεοτόκος της ξαναλέει: «Εάν δεν κοινωνήσεις μαζί μας, δεν θα εισέλθεις εδώ». Τότε εκείνη αντιλαμβανόμενη την αιτία, ειδοποίησε στο διακονικό και της έφεραν το άγιον ποτήριον. Μόλις κοινώνησε του αχράντου σώματος και του τιμίου αίματος του Κυρίου, μπήκε ανεμπόδιστα στον δεσποτικό τάφο και προσεκύνησε.

Αυτός ο ίδιος μας διηγήθηκε ότι, όταν σκόπευε να γίνει δούκας ο Γιβήμερ, από την αίρεση του Σεβήρου, ήλθε για πρώτη φορά να προσκυνήσει το ζωοδόχο μνήμα του Δεσπότου Χριστού. Όταν πλησίασε, είδε έναν μεγάλο κριό, που όρμησε κατά πάνω του. Αυτός, κυριευμένος από φόβο, στράφηκε προς τα πίσω. Οι ακόλουθοι του έλεγαν: «Τι έχεις αφέντη, και δεν εισέρχεσαι;». και αυτός απάντησε: «Γιατί αφήσατε τον κριό να με σχίσει;», ενώ αυτοί απορημένοι, σκύβαν μέσα και δεν έβλεπαν τίποτε έτσι του έλεγαν: «Μπες μέσα, αφέντη, δεν υπάρχει τίποτε». Και πάλι, καθώς προσπάθησε να μπει μέσα, βλέπει τον κριό να ορμά προς αυτόν. Και αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές. Τότε του λέει ο σταυροφύλακας (ο φύλακας του Τιμίου Σταυρού): «Πίστεψέ με, αφέντη, κάτι έχεις στην καρδιά σου και σε εμποδίζει να μπεις καλά θα κάνεις να εξομολογηθείς και να μετανοήσεις, διότι ο Θεός σου έδειξε θαύμα, για να διορθωθείς». Τότε αυτός με δάκρυα έλεγε ότι είναι αίτιος πολλών και μεγάλων αμαρτιών και αφού έριξε τον εαυτό του στην γη, παρακαλούσε πάλι να μπει, αλλά ο κριός δεν τον άφηνε. Τότε του ξαναλέει ο σταυροφύλακας: «Άλλος, αφέντη μου, δεν υπάρχει μόνο σκέψου τι φταίξιμο έχεις». Εκείνος του απαντάει: «Μήπως εμποδίζομαι, γιατί συγκοινωνώ με την αίρεση του Σεβήρου;». Αμέσως κατάλαβαν όλοι ότι αυτό ήταν το αίτιο. Έτσι αναθεμάτισε την αίρεση, του έφεραν το άγιο ποτήριο, κοινώνησε τα άχραντα μυστήρια και εισήλθε χωρίς εμπόδιο στον Πανάγιο Τάφο.

Εκ του Βιβλίου "Λειμωνάριον το παλαιόν" του Ιωάννου Μόσχου Εκδόσεις "Η Αγία Άννα" Θεσσαλονίκη