Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Τις ημέρες του Πάσχα από πολλούς ακούγεται "ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ - ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ".

Άραγε στ' αλήθεια πιστεύουν οι άνθρωποι αυτό που λένε, ή το λένε από συνήθεια; Αναστήθηκε ο Χριστός ή δεν αναστήθηκε; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Χριστός είναι το πιο γνωστό πρόσωπο της ιστορίας. Γι' αυτό άλλωστε λέμε, προ Χριστού και μετά Χριστό. Άρα ο Χριστός υπήρξε και μάλιστα γι' αυτό το πρόσωπο έχουν γραφτεί τα πιο πολλά γραπτά, πρώτα από τους μαθητές του, που ήταν αυτόπτες μάρτυρες, έπειτα από πολλούς πιστούς και ακόμη από ιστορικούς. Είναι αλήθεια πως όλοι οι άνθρωποι πιστεύουν ότι υπήρξε πράγματι ο Χριστός και μάλιστα πιστεύουν ότι τον σταυρώσανε. Εκείνο όμως που δεν χωράει στην καρδιά τους είναι η ΑΝΑΣΤΑΣΗ. Όταν λέμε Ανάσταση εννοούμε ότι το σώμα του που ήτανε νεκρό και μάλιστα πληγωμένο από τα καρφιά και την λόγχη, σηκώθηκε. Αυτό το γεγονός, διαδόθηκε από πολλούς την τρίτη ημέρα και κανένας δεν μπόρεσε να το διαψεύσει. Οι γραμματείς και οι φαρισαίοι, που τον καταδικάσανε και τον σταυρώσανε και συνεπώς, ήταν ένοχοι, θα έπρεπε να αποδείξουν στο λαό ότι αυτά που διαδίδονται είναι ψευδή και ο καλύτερος τρόπος για να το αποδείξουν ήτανε να πάνε στο μνήμα και να δείξουν το σώμα του Χριστού ότι ήταν νεκρό. Ασφαλώς πήγανε, αλλά το σώμα δεν το βρήκανε. Και το ερώτημα είναι, τι έγινε το σώμα του; Ασφαλώς οι άπιστοι θα πουν πως πήγανε οι μαθητές του και το πήρανε. Ας εξετάσουμε λοιπόν και αυτή την εκδοχή. Οι μαθητές του ζήσανε με τον Χριστό τρία χρόνια ακούσανε την διδασκαλία του, είδανε την ζωή του και τα θαύματα που έκανε, κάνανε και εκείνη με την εξουσία που τους έδωσε αλλά στο τέλος όταν τους είπε υπάγωμεν στην Ιερουσαλήμ και Υιός του ανθρώπου μέλη να πάθει πολλά, να εμπαιχθεί, να μαστιγωθεί, να σταυρωθεί και την τρίτη ημέρα να αναστηθεί. Αυτό οι μαθητές του δεν μπόρεσαν να το καταλάβουν και όταν ο Χριστός συνελήφθη στην Γεσθημανή, τρομαγμένοι διαλυθήκανε. Ο Ιούδας που τον πρόδωσε, κρεμάστηκε. Ο Πέτρος τον αρνήθηκε τρεις φορές. Και όλοι τους κρυφτήκανε για τον φόβο τον Ιουδαίων. Τι έγινε λοιπόν την τρίτη ημέρα; Που το βρήκανε το θάρρος να ομολογήσουν χαρούμενα ότι ο Χριστός ζει; Αν οι μαθητές είχανε κλέψει το σώμα θα είχανε το θάρρος να ομολογήσουν στους γραμματείς ότι ο Χριστός Ανέστη !!! Ο Πέτρος που τον είχε αρνηθεί μετά την ανάσταση κήρυττε με θάρρος και εξουσία και έλεγε "Τον Χριστό τον οποίο σταυρώσατε, ο Θεός τον Ανέστησε και ημείς είμεθα μάρτυρες". Και ότι πρέπει να πειθαρχούμε στον Θεό μάλλον παρά στους ανθρώπους. Οι έντεκά αυτοί μαθητές του δώσανε όλοι την ζωή τους, κηρύττοντας την Ανάσταση του Χριστού. Στερηθήκανε της απολαύσεις της ζωής και στο τέλος πεθάνανε με μαρτυρικό θάνατο, βέβαιοι γι' αυτό που κηρύττανε. Δεν το έκανε μόνο ο ένας από αυτούς αλλά το έκαναν και οι έντεκα. Πως λοιπόν το κάνανε, για μια ψεύτικη ιδεολογία; Πως ένας διώκτης του Χριστού, ο Σαούλ, έγινε ο μεγαλύτερος απόστολος των εθνών; "Σαούλ, Σαούλ τι με διώκεις" του φώναξε ο Ανεστημένος Ιησούς Χριστός στο δρόμο της Δαμασκού "Ποιος είσαι Κύριε;" απάντησε ο Παύλος; "Είμαι ο Ιησούς τον οποίο συ διώκεις" Πράξεις Θ-1. Και από εκείνη την ώρα όλα αλλάξανε για τον Παύλο και με θάρρος έλεγε "Εις εμέ το ζείν είναι ο Χριστός και το αποθανείν κέρδος". Μήπως πλανιέσαι και εσύ σαν τον Σαούλ; Επί σαράντα μέρες ο Χριστός φανερωνότανε στους μαθητές του, μάλιστα όταν ανελήφθη στον ουρανό, περισσότεροι από πεντακόσιοι τον είδαν να φεύγει. "Ο Χριστός πέθανε για της αμαρτίες μας κατά τας Γραφάς και ετάφει και ανεστήθει την Τρίτη ημέρα" Κορινθίους Α' ιε 3-4 "Εάν ομολογήσεις με το στόμα σου τον Κύριο Ιησού και πιστέψεις με την καρδιά σου, ότι Ο ΘΕΟΣ ΑΝΕΣΤΗΣΕ ΑΥΤΟΝ ΕΚ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ, θέλεις σωθεί" Ρωμαίους ι-9. Αγαπητέ μου πάρε την ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ και διάβασέ την, και θα βεβαιωθείς πως Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΖΕΙ. Μην σε πλανάει ο διάβολος. Ο Χριστός πέθανε για της αμαρτίες μας, και ανεστήθει για να μας δώσει αιώνια ζωή. Αμήν.

Μεγάλη Παρασκευή: Ο Σταυρός

Από το φως της Μεγάλης Πέμπτης – με το Μυστικό Δείπνο: την παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας – μπαίνουμε στο σκοτάδι της Μεγάλης Παρασκευής, στην ημέρα δηλαδή του Πάθους του Κυρίου, του Θανάτου και της Ταφής Του.Στην πρώτη Εκκλησία αυτή η ημέρα, η Μεγάλη Παρασκευή, ονομαζόταν «Πάσχα του Σταυρού». Πραγματικά, αυτή η ημέρα, είναι η αρχή της Διάβασης, του Περάσματος, του οποίου το βαθύτερο νόημα θα μάς αποκαλυφθεί σιγά – σιγά, πρώτα στη θαυμαστή ησυχία του Μεγάλου και Ευλογημένου Σαββάτου και ύστερα, στη χαρά της Αναστάσιμης Ημέρας.  Ας δούμε πρώτα τι είναι αυτό το Σκοτάδι. Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι το σκοτάδι της Μεγάλης Παρασκευής δεν είναι απλά και μόνο συμβολικό ή αντικείμενο ανάμνησης. Πολύ συχνά, όταν συμμετέχουμε στις όμορφες και κατανυκτικές ακολουθίες αυτής της ημέρας, νιώθουμε την επιβλητική θλίψη που τις διακατέχει, αλλά ταυτόχρονα βιώνουμε και κάποιο αίσθημα αυτοθαυμασμού και αυτοδικαίωσης. Πριν από δυο χιλιάδες χρόνια κάποιοι «κακοί» άνθρωποι θανάτωσαν το Χριστό. Σήμερα εμείς, οι «καλοί» Χριστιανοί, στολίζουμε πολυτελείς Τάφους στις Εκκλησίες μας! Δεν είναι αυτό τρανό σημάδι της καλοσύνης μας;... Ναι, αλλά η Μεγάλη Παρασκευή δεν ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με το παρελθόν. Δεν είναι μια απλή ανάμνηση γεγονότων, αλλά είναι ημέρα που αποκαλύπτεται η Αμαρτία και το Κακό, ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία μάς καλεί ν’ αναγνωρίσουμε την τραγική πραγματικότητά τους και τη δύναμή τους στον «κόσμο τούτο». Γιατί η Αμαρτία και το Κακό δεν εξαφανίστηκαν, αλλά, αντίθετα, αποτελούν ακόμα το βασικό νόμο του κόσμου και της ζωής μας. Αλλά μήπως και μεις, οι αυτοκαλούμενοι Χριστιανοί, συχνά δεν έχουμε τη λογική του κακού που είχαν οι Αρχιερείς των Εβραίων, ο Πόντιος Πιλάτος, οι Ρωμαίοι στρατιώτες και όλο εκείνο το πλήθος που μισούσε, βασάνιζε και φόνευε τον Χριστό;  Ποια στάση θα κρατούσαμε άραγε αν ζούσαμε στα Ιεροσόλυμα την εποχή του Πιλάτου; Αυτή είναι μια ερώτηση που απευθύνεται στον καθένα μας μέσα από τις λέξεις των ύμνων της Μεγάλης Παρασκευής. Τούτη η ημέρα είναι πραγματικά η «ημέρα του κόσμου τούτου», κρίνεται ο κόσμος μας, αληθινά και όχι συμβολικά, και καταδικάζεται. Είναι μια πραγματική και όχι τελετουργικά καταδίκη της ζωής μας... Είναι η αποκάλυψη της αληθινής φύσης «του κόσμου τούτου» που προτίμησε τότε, αλλά και τώρα συνεχίζει να προτιμάει, το σκοτάδι αντί το φως, το κακό αντί το καλό, το θάνατο αντί τη ζωή. Έχοντας καταδικάσει τον Χριστό σε θάνατο ο «κόσμος τούτος» καταδίκασε ταυτόχρονα και τον εαυτό του σε θάνατο. Στο μέτρο που και μεις αποδεχόμαστε το πνεύμα του «κόσμου τούτου», την αμαρτία του, την προδοσία του κατά του Θεού, είμαστε και μεις επίσης καταδικασμένοι. Αυτό είναι το πρώτο και φοβερά ρεαλιστικό νόημα της Μεγάλης Παρασκευής: μια καταδίκη σε θάνατο...  Αλλά αυτή η ημέρα, οπότε φανερώθηκε και θριάμβευσε το Κακό, είναι επίσης και ημέρα Λύτρωσης. Ο Θάνατος του Χριστού αποκαλύπτεται σωτήριος για μάς, γίνεται πηγή λύτρωσης. Και είναι αυτός ο Θάνατος σωτήριος γιατί είναι η πλήρης, η τέλεια και η υπέρτατη Θυσία. Ο Ιησούς Χριστός προσφέρει το Θάνατό Του στον πατέρα Του, τον προσφέρει επίσης και σε μάς. Στον πατέρα Του γιατί, όπως θα δούμε παρακάτω, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να «πατήσει» (να καταστρέψει) το θάνατο, να σώσει τους ανθρώπους από το θάνατο. Αυτό είναι και το θέλημα του πατέρα: οι άνθρωποι να σωθούν από το θάνατο δια του θανάτου. Σε μάς προσφέρει ο Χριστός το Θάνατό Του γιατί στην πραγματικότητα ο Χριστός πεθαίνει αντί για μας. Ο θάνατος είναι ο φυσικός καρπός της αμαρτίας, είναι η τιμωρία σαν φυσική συνέπεια της αποστασίας. Ο άνθρωπος διάλεξε να αποξενωθεί από τον Θεό, αλλά μη έχοντας ζωή αφ’ εαυτού του, πεθαίνει. Στον Χριστό δεν υπάρχει αμαρτία, επομένως δεν υπάρχει θάνατος. Δέχεται όμως να πεθάνει για μάς, μόνο και μόνο γιατί μάς αγαπάει. Προσλαμβάνει και μοιράζεται μαζί μας την ανθρώπινη φύση μέχρι τέλους. Παίρνει επάνω Του την τιμωρία (θάνατος) που η ανθρώπινη φύση έχει να πληρώσει, γιατί ο Χριστός προσλαμβάνει ολόκληρη τη φύση μας μαζί με το φορτίο του ανθρώπινου ξεπεσμού. Πεθαίνει ο Χριστός γιατί έχει ουσιαστικά ταυτίσει τον Εαυτό Του με μάς, έχει κυριολεκτικά επωμιστεί την τραγωδία της ανθρώπινης ζωής. Ο Θάνατος Του, λοιπόν, είναι η μεγαλειώδης αποκάλυψη της φιλανθρωπίας και της αγάπης Του. Και επειδή ο Θάνατός Του είναι αγάπη, ευσπλαχνία, φιλανθρωπία, αλλάζει αυτόματα η φύση του θανάτου. Από τιμωρία γίνεται πράξη που αντανακλά αγάπη και συγχώρεση, δηλαδή ο θάνατος γίνεται το τέλος της αποξένωσης από τον Θεό και της μοναξιάς. Η καταδίκη μετατρέπεται σε συγγνώμη, σε ζωή...  Τελικά, ο Θάνατος του Ιησού Χριστού είναι σωτήριος θάνατος επειδή εκμηδενίζει την πηγή του θανάτου: το Κακό. Ο Χριστός δέχεται το θάνατο από αγάπη για τον άνθρωπο, και προσφέρει τον Εαυτό Του στους φονευτές Του, οι οποίοι κερδίζουν φαινομενικά τη νίκη. Όμως στην ουσία αυτή η νίκη είναι η ολοκληρωτική και αποφασιστική ήττα του Κακού.  Για να θριαμβεύσει το Κακό θα πρέπει να εκμηδενίζεται το Καλό και να αποδεικνύει το Κακό σαν τέλεια αλήθεια για τη ζωή, να δυσφημίζεται το Καλό και, με μια λέξη, να φανερώνει το Κακό την υπεροχή του. Αλλά ύστερα από όσα έπαθε ο Χριστός, είναι ο μόνος που θριαμβεύει. Το Κακό δεν έχει την παραμικρή δύναμη επάνω Του, γιατί δεν είναι δυνατόν ο Χριστός να δεχτεί το Κακό σαν αλήθεια. Έτσι με τον Χριστό η υποκρισία αποκαλύπτει το αληθινό πρόσωπό της σαν υποκρισία, ο φόνος σαν φόνος, ο φόβος σαν φόβος, και καθώς ο Ιησούς Χριστός σιωπηλά πορεύεται προς το Σταυρό και το Τέλος, η ανθρώπινη τραγωδία φτάνει στην αποκορύφωσή της. Ο θρίαμβος του Χριστού, η νίκη Του κατά του Κακού, η δόξα Του γίνονται όλο και περισσότερο εμφανή. Βλέπουμε δε σταδιακά αυτή τη νίκη να την αναγνωρίζουν, να την ομολογούν και να την διακηρύσσουν πρώτα η γυναίκα του Πιλάτου, ύστερα ο συσταυρωμένος ληστής και ο κεντηρίωνας. Και καθώς ο Χριστός πεθαίνει στο Σταυρό, αφού αποδέχτηκε ολόκληρη τη φρίκη του θανάτου: την απόλυτη μοναξιά («Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τι με εγκατέλειπες;»), δεν έμεινε παρά να ακουστεί η τελευταία ομολογία: «αληθώς Θεού Υιός ην ούτος»... Αυτός, λοιπόν, είναι ο Θάνατος, αυτή είναι η Αγάπη, η Υπακοή και η πληρότητα της Ζωής που καταστρέφει ό,τι έκανε το θάνατο παγκόσμιο μοιραίο προορισμό. «Και τα μνημεία ανεώχθησαν, και πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων ηγέρθη...» (Ματθ. 27, 53). Ήδη αρχίζει να ακτινοβολεί η ανάσταση... Αυτό είναι το διπλό μυστήριο της ημέρας αυτής, της Μεγάλης Παρασκευής, και οι ακολουθίες με τους υπέροχους ύμνους το αποκαλύπτουν και μάς καλούν να συμμετέχουμε σ’ αυτό.  Στους ύμνους της ημέρας αυτής βλέπουμε από τη μια μεριά τη διαρκή έμφαση στο πάθος του Χριστού σαν την αμαρτία των αμαρτιών, το έγκλημα των εγκληματιών. Στον Όρθρο, που γίνεται τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ, διαβάζονται τα δώδεκα Ευαγγέλια των Παθών του Κυρίου. (Συνηθίζουμε να λέμε έτσι δώδεκα Ευαγγελικά αναγνώσματα διαλεγμένα από τα Ευαγγέλια των τεσσάρων Ευαγγελιστών της Καινής Διαθήκης). Τα δώδεκα, λοιπόν, αυτά Ευαγγελικά αποσπάσματα μάς βοηθούν να παρακολουθήσουμε βήμα με βήμα όλα τα πάθη του Χριστού. Τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί διαβάζονται οι Ώρες στη θέση της Θείας Λειτουργίας. Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η μοναδική ημέρα του έτους κατά την οποία δεν τελείται Θεία Λειτουργία. Και αυτό ακόμα δείχνει πως το Ιερό Μυστήριο της Παρουσίας του Χριστού (η Θεία Ευχαριστία) δεν ανήκει στον «κόσμο τούτο», στον κόσμο της αμαρτίας, του σκότους και του θανάτου, αλλά είναι το Μυστήριο του «κόσμου που έρχεται». Μετά τις Ώρες ακολουθεί ο Εσπερινός και στο τέλος γίνεται η Αποκαθήλωση του Κυρίου από το Σταυρό και ο ενταφιασμός Του.  Οι ύμνοι, στις ακολουθίες αυτές, και τα αναγνώσματα είναι γεμάτα από σοβαρές κατηγορίες εναντίον αυτών που με τη θέλησή τους και ελεύθερα αποφάσισαν να φονεύσουν τον Χριστό δικαιολογώντας αυτόν το φόνο με τη θρησκεία τους, την υπακοή στην πολιτεία τους και για λόγους πρακτικούς ή για λόγους επαγγελματική υπακοής.  Από την άλλη μεριά βλέπουμε, στους ύμνους της Μεγάλης Παρασκευής, τη θυσία της αγάπης που προετοιμάζει την τελική νίκη, να είναι επίσης παρούσα εντελώς από την αρχή. Το πρώτο από τα δώδεκα Ευαγγέλια του Όρθου (Ιω. 13, 31 -18, 1) αρχίζει με τη γεμάτη ιεροπρέπεια αναγγελία του Χριστού: «Νυν εδοξάσθη ο Υιός του ανθρώπου, και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ». Στο παρακάτω στιχηρό –ένα από τα τελευταία του Εσπερινού της ημέρας- διαφαίνεται καθαρά η ανατολή του φωτός, ζωντανεύει η ελπίδα και η βεβαιότητα ότι «με το θάνατο θα νικηθεί ο θάνατος...».  «Ότε εν τω τάφω τω κενώ,  υπέρ του παντός κατετεθής,  ο Λυτρωτής του παντός,  Αδης ο παγγέλαστος, ιδών σε έπτηξεν  οι μοχλοί συνετρίβησαν,  εθλάσθησαν πύλαι,  μνήματα ανοίχθησαν, νεκροί ανίσταντο.  Τότε ο Αδάμ ευχαρίστως, χαίρων ανεβόα σοι  Δόξα τη συγκαταβάσει σου Φιλάνθρωπε.»  Όταν στο τέλος του Εσπερινού μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου και αφού γίνει η αποκαθήλωση, βάζουμε στο κέντρο του ναού τον Επιτάφιο με την εικόνα του Κυρίου στον τάφο, όταν πια η μεγάλη αυτή ημέρα βρίσκεται στο τέλος, ξέρουμε ότι και μεις βρισκόμαστε στο τέλος της μακράς ιστορίας της σωτηρίας και της λύτρωσης. Η Έβδομη Ημέρα, «Ημέρα της αναπαύσεως», το ευλογημένο Σάββατο έρχεται. Μαζί του έρχεται η αποκάλυψη του Ζωηφόρου Τάφου...  Από το Βιβλίο  «Μικρό Οδοιπορικό της Μεγάλης Εβδομάδος»  Αλέξανδρος Σμέμαν  Εκδ. Ακρίτας 

ΤΟ ΠΑΣΧΑ

  Το Πάσχα είναι η μεγαλύτερη και πλουσιότερη σε λαογραφικές εκδηλώσεις γιορτή των Ορθοδόξων Χριστιανών.  Η λέξη Πάσχα προέρχεται από την εβραϊκή «pesah» που σημαίνει "διάβαση" :  Οι Εβραίοι γιόρταζαν το Πάσχα σε ανάμνηση της απελευθέρωσής τους από τους Αιγυπτίους και της διάβασης της Ερυθράς θάλασσας  οι Χριστιανοί γιορτάζουν την ανάσταση του Σωτήρα και τη διάβαση από το θάνατο στη ζωή  Η αντίστοιχη ελληνική λέξη για το Πάσχα είναι Λαμπρή, διότι η ημέρα της Ανάστασης του Χριστού είναι μέρα ευφρόσυνη.  Το Πάσχα είναι κινητή γιορτή και γιορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας (δηλ. Κυριακή μετά την πανσέληνο του Μαρτίου).  Πληθώρα εθίμων και παραδόσεων αναβιώνουν κατά τη διάρκεια της εβδομάδας που προηγείται του Πάσχα (Μεγάλη Εβδομάδα) σε όλες τις περιοχές του ελληνικού χώρου.  Οι προετοιμασίες για τον εορτασμό της Ανάστασης ξεκινούν από τη Μεγάλη Πέμπτη. Την ημέρα αυτή οι νοικοκυρές κατά παράδοση ετοιμάζουν τα τσουρέκια και βάφουν αβγά με ειδικές βαφές κόκκινου χρώματος. Το αυγό συμβολίζει από την αρχαιότητα την ανανέωση της ζωής και το κόκκινο χρώμα το αίμα του Χριστού. Παλιότερα συνήθιζαν να τοποθετούν το πρώτο κόκκινο αβγό στο εικονοστάσι του σπιτιού για να ξορκίζουν το κακό. Σε κάποια χωριά, πάλι, σημάδευαν το κεφάλι και την πλάτη των μικρών αρνιών με την κόκκινη μπογιά που είχε χρησιμοποιηθεί για το βάψιμο των αβγών. Συνήθιζαν επίσης να φυλάσσουν μία από τις κουλούρες της Μεγάλης Πέμπτης στο εικονοστάσι για να προστατεύονται τα μέλη της οικογένειας από τα μάγια.  Την πιο ιερή μέρα της Μεγάλης Εβδομάδας αποτελεί η Παρασκευή, μέρα κορύφωσης του θείου δράματος με την Αποκαθήλωση από το σταυρό και την Ταφή του Χριστού. Λόγω του πένθους της ημέρας οι νοικοκυρές δεν ασχολούνται με τις δουλειές του σπιτιού, αποφεύγοντας ακόμη και το μαγείρεμα. Με λουλούδια που μαζεύουν ή αγοράζουν, γυναίκες και παιδιά πηγαίνουν στις εκκλησίες για να στολίσουν τον Επιτάφιο. Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής γίνεται στις εκκλησίες αναπαράσταση της ταφής του Χριστού και το ίδιο απόγευμα η περιφορά του Επιταφίου.  Από το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου ξεκινούν οι ετοιμασίες για το γιορτινό τραπέζι της Ανάστασης και οι νοικοκυρές μαγειρεύουν τη μαγειρίτσα. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα οι πιστοί συγκεντρώνονται στις εκκλησίες κρατώντας λευκές λαμπάδες, τις οποίες ανάβουν με το «Αγιο φως», που μοιράζει ο ιερέας. Όταν ο τελευταίος ψάλλει το «Χριστός Ανέστη» οι πιστοί ανταλλάσσουν ευχές και το λεγόμενο «φιλί της Αγάπης». Με το «Αγιο φως» συνηθίζουν να σταυρώνουν το ανώφλι της εξώπορτας των σπιτιών τρεις φορές για καλή τύχη. Κατόπιν κάθονται γύρω από το γιορτινά στρωμένο τραπέζι για να τσουγκρίσουν τα κόκκινα αυγά και να γευματίσουν με την παραδοσιακή μαγειρίτσα.  Το πρωί της Κυριακής σουβλίζεται σε πολλές περιοχές της χώρας ο οβελίας. Σε άλλες πάλι, το κρέας για το πασχαλινό τραπέζι, αρνί ή κατσίκι κατά περίπτωση, ψήνεται στο φούρνο. Μέσα σε εορταστική ατμόσφαιρα ακολουθεί πλούσιο γεύμα και το γλέντι διαρκεί συνήθως μέχρι αργά το βράδυ.  Το χριστιανικό Πάσχα ονομάζεται και "Πάσχα το Καινόν", ενώ το εβραϊκό λέγεται Νομικό Πάσχα.  ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ  Ο προσδιορισμός της Κυριακής του Πάσχα αποτέλεσε περίπλοκο πρόβλημα για τις Εκκλησίες και προκάλεσε σφοδρές έριδες.  Η Α' Οικουμενική σύνοδος της Νίκαιας (325) όρισε ως μέρα του Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο που ακολουθεί την εαρινή ισημερία της 21ης Μαρτίου.  Καθόρισε επίσης ότι, εφόσον η πανσέληνος είναι Κυριακή, το Πάσχα θα γιορτάζεται την αμέσως επόμενη Κυριακή.  Επειδή η πρώτη μέρα της Σελήνης τοποθετείται μεταξύ 8ης Μαρτίου και 5ης Απριλίου, το Πάσχα μπορεί να πέσει στο διάστημα μεταξύ 22ας Μαρτίου και 25ης Απριλίου.  Οι ημερομηνίες αυτές υπολογίζονται με το παλαιό ημερολόγιο (Γρηγοριανό), γιατί μ' αυτό καθορίζεται η εαρινή ισημερία. Για να βρούμε τα όρια μέσα στα οποία γιορτάζεται το Πάσχα, σύμφωνα με το νέο ημερολόγιο, προσθέτουμε 13 μέρες.  Έτσι βρίσκουμε ότι οι ημερομηνίες του ορθόδοξου Πάσχα κυμαίνονται από τις 4 Απριλίου ως τις 8 Μαΐου. Επειδή για τον καθορισμό του ορθόδοξου Πάσχα η εαρινή ισημερία υπολογίζεται με βάση το παλαιό ημερολόγιο, οι παλαιοημερολογίτες και οι νεοημερολογίτες γιορτάζουν το Πάσχα την ίδια μέρα. Αντίθετα, οι ρωμαιοκαθολικοί και οι προτεστάντες καθορίζουν την εαρινή ισημερία με βάση το νέο ημερολόγιο και γι' αυτό γιορτάζουν συνήθως το Πάσχα μια βδομάδα νωρίτερα από τους Ορθόδοξους.  Το Πάσχα συμβαίνει να γιορτάζεται ταυτόχρονα από τις Δυτικές εκκλησίες και την Ορθόδοξη, όταν η πρώτη πανσέληνος μετά την εαρινή ισημερία πέφτει μετά τις 28 Μαρτίου.  Το Ιουδαϊκό (Εβραικό) Πάσχα γιορτάζεται σήμερα κατά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, δηλ. μεταξύ 30 Μαρτίου και 27 Απριλίου. Παλιότερα το ιουδαϊκό Πάσχα (γνωστό ως Νομικό Πάσχα) γιορταζόταν σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο μεταξύ 3ης Απριλίου και 1ης Μαΐου.  Γιατί όμως υπάρχει αυτή η διαφορά στην ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα, αφού πρόκειται για την ίδια χριστιανική γιορτή και δεν υπάρχει καμιά δογματική ή θεολογική διαφορά στο θέμα αυτό;  Ο Χριστός και οι απόστολοι εόρταζαν το Ιουδαϊκό Πάσχα με το οποίο συνδέθηκε και ο Μυστικός Δείπνος. Επειδή οι πρώτοι χριστιανοί, όπως ήταν φυσικό, ήταν Εβραίοι, παρέλαβαν την εορτή αυτή από αυτούς και διατήρησαν το όνομα Πάσχα σε ανάμνηση της Ανάστασης του Κυρίου δηλ. "της διαβάσεως από τον θάνατον στην ζωή" και συμβολικά της "διαβάσεως από του θανάτου της αμαρτίας εις την ζωήν της αλήθειας" και ονομαζόταν σε αντιδιαστολή με το Εβραϊκό Πάσχα "Πάσχα το καινόν".  Κατά τα πρώτα έτη του Χριστιανισμού, οι Ιουδαΐζοντες Χριστιανοί τόνιζαν στην εορτή του Πάσχα το γεγονός της σταύρωσης του Χριστού και επέμεναν να το εορτάζουν την 14η του μήνα Νισάν, μαζί με τους Εβραίους. Αυτό συνέβαινε και με τους "τεσσαρεσκαιδεκατίτες" της Μικράς Ασίας.  Αντίθετα, οι Χριστιανοί άλλων εθνών, τόνιζαν την ανάσταση του Χριστού και συνέδεσαν τον εορτασμό του Πάσχα με την αναστάσιμη ημέρα της εβδομάδας, την Κυριακή, η οποία ακολουθούσε την 14η του μήνα Νισάν, με την έννοια ότι το Χριστιανικό Πάσχα δεν ήταν δυνατόν να προηγείται ή και να συμπίπτει με το εβραϊκό Πάσχα. Μόνο οι εκκλησίες της Μικράς Ασίας επέμεναν στην Iουδαϊζουσα παράδοση, ενώ όλες οι άλλες τοπικές εκκλησίες εόρταζαν το Πάσχα μετά το Iουδαϊκό και σε ημέρα Κυριακή.  Λύση στο πρόβλημα της ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα έδωσε η Α' Οικουμενική σύνοδος που έγινε στην Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ., η οποία λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εβραίοι εόρταζαν το Πάσχα κατά την ημέρα της Πανσελήνου που γινόταν μετά την εαρινή ισημερία και επειδή ο Χριστός αναστήθηκε μετά την εορτή του εβραϊκού Πάσχα, δηλαδή μετά την εαρινή πανσέληνο, καθόρισε τον εξής κανόνα:  Το χριστιανικό Πάσχα πρέπει να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την Πανσέληνο, που θα γίνει κατά την ημέρα της εαρινής ισημερίας ή μετά από αυτήν. Αν η πανσέληνος γίνει Κυριακή τότε το Πάσχα θα εορτάζεται την επομένη Κυριακή.  Αυτό έγινε για να μην συμπίπτει ποτέ το χριστιανικό με το εβραϊκό Πάσχα. Η πανσέληνος που συμβαίνει κατά ή μετά την εαρινή ισημερία λέγεται και πανσέληνος του Πάσχα ή πασχαλινή πανσέληνος.  Η Α' Οικουμενική σύνοδος ανέθεσε στον Πατριάρχη της Αλεξάνδρειας, πόλη στην οποία άκμαζε η αστρονομία τα χρόνια εκείνα, να φροντίσει τον καθορισμό της πανσελήνου του Πάσχα και κατ' επέκταση την ημερομηνία του Πάσχα για όλες τις χριστιανικές εκκλησίες. Στην Αλεξάνδρεια όμως χρησιμοποιούσαν τον κύκλο του Μέτωνα για τον προσδιορισμό των μελλοντικών Πανσελήνων, σύμφωνα βέβαια και με το Ιουλιανό ημερολόγιο.