Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

Φώτης Κόντογλου - Ἡ Γέννηση στὴν Ἁγιογραφία

Ὁ τύπος τῆς Γεννήσεως στοὺς βυζαντινοὺς εἶναι τοῦτος: Στὴ μέση στέκεται ἕνα σπήλαιο σὰν ἀπὸ κρουστάλινα βράχια περισκεπασμένο. Μέσα στὸ μαῦρο ἄνοιγμά του εἶναι μία φάτνη καὶ μέσα βρίσκεται ἕνα μωρὸ φασκιωμένο, ὁ Χριστός, κι᾿ ἀπό-πάνω του τὸν ἀχνίζουνε μὲ τὸ χνῶτο τους ἕνα βόδι κ᾿ ἕνα γαϊδούρι εἴτε ἄλογο. Ἡ Παναγία εἶναι ξαπλωμένη πλάγι στὸ τέκνο της ἀπάνω σ᾿ ἕνα στρωσίδι, ὅπως συνηθίζουνε στὴν Ἀνατολή. Στὸ ἀπάνω μέρος ἀπό τὰ δεξιὰ εἶναι χορὸς Ἀγγέλων σὲ στάση δεήσεως, ενῶ ἀπὸ τ᾿ ἀριστερὰ ἕνας ἄλλος ἄγγελος μὲ φτερὰ ἀνοιχτά, μιλᾶ μὲ τοὺς τσομπάνηδες σὰν νὰ τοὺς λέγει τὴ χαροποιὰ τὴν εἴδηση. Στο κάτω μέρος απὸ τὰ δεξιὰ παριστάνεται ὁ γέρο Ἰωσὴφ καθισμένος σ᾿ ἕνα κοτρόνι καὶ συλλογίζεται μὲ τὸ κεφάλι ἀκουμπισμένο στὸ χέρι του, κατὰ τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ λέγει «ἠβουλήθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτήν», καθ᾿ ὅσον δὲν ἤθελε να ἐκθέσει την Παναγία ποὺ γέννησε δίχως νἄναι δικό του τὸ παιδί. Μπροστά του στέκεται ἕνας γέρος τσομπάνης ἀκουμπισμένος στὸ ραβδί του, ντυμένος μὲ προβιά, καὶ τοῦ μιλᾶ σὰ νὰ θέλει νὰ τὸν παρηγορήσει. Στὰ ἀριστερὰ εἶναι καθισμένη μιὰ γρηὰ ποὺ βαστᾶ στὴν ἀγκαλιά της τὸ νεογέννητο γυμνό, καὶ δοκιμάζει μὲ τὸ χέρι της τὸ ζεστὸ νερὸ μέσα σὲ μιὰ κολυμπήθρα, ἐνῶ μιὰ μικρὴ χωριατοπούλα μὲ τὸ τσεμπέρι χύνει νερὸ γιὰ νὰ κολυμπήσουνε τὸ μωρό. Γύρω τους κι᾿ ἀπάνω στὶς ραχοῦλες βοσκᾶνε πρόβατα, κάθουνται ξαπλωμένα καὶ δυὸ τρία μαντρόσκυλα. Ἕνας τσομπάνης ἀρμέγει. Πίσω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ φαίνουνται μέσα στὸ βουνὸ οἱ τρεῖς μάγοι καβαλλικεμένοι στἄλογα, ὁ ἕνας σὲ ἄσπρο, ὁ ἄλλος σὲ μαῦρο κι᾿ ὁ ἄλλος σε κόκκινο. Ἡ Παναγία ζωγραφίζεται καὶ γονατιστὴ, μὰ αὐτὸ θαρρῶ πὼς φραγκοφέρνει. Ἡ σκηνὴ μὲ τὶς γυναῖκες ποὺ κολυμπᾶνε τὸ βρέφος εἶναι παρμένη ἀπὸ τ᾿ Ἀπόκρυφα Εὐαγγέλια. Εἶναι παράξενο πῶς οἱ βυζαντινοὶ ζωγράφοι ποὺ ἤτανε ὀρθοδοξώτατοι, βάζουνε στὶς εἰκόνες τους κάποιες σκηνὲς ποὺ δὲν εἶναι γραμμένες στὸ Εὐαγγέλιο, παίρνοντάς τες ἀπὸ βιβλία ποὺ δὲν εἶναι Κανονικά. Στὸ Μυστρᾶ, στὸ Καχριὲ Τζαμὶ κι᾿ ἀλλοῦ εἶναι ζωγραφισμένα ἐπεισόδια ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς Παναγίας παρμένα ἀπὸ τὸ λεγόμενο Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου ποὺ δὲν εἶναι Κανονικό. Ἀλλά τέτοια καθέκαστα εἶναι ζωγραφισμένα στὰ Εἰσόδια, στὸν Εὐαγγελισμό, στὴν ζωὴ Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης, κλπ. Γιὰ τὴ Γέννηση βρίσκεται γραμμένο στὰ Ἀπόκρυφα πὼς σὰν πιάσανε οἱ πόνοι τὴν Παναγία, πῆγε ὁ Ἰωσὴφ νὰ βρεῖ καμμιὰ μαμή, καὶ βρῆκε μιὰ γρηὰ ποὺ τὴ λέγανε Σαλώμη, κι᾿ αὐτὴ ἔπλυνε τὸ παιδί. Σὲ κάποιες ἀρχαῖες τοιχογραφίες εἶναι γραμμένο καὶ τὄνομα τῆς Σαλώμης. Στὰ πιὸ ὡραῖα εἰκονίσματα ἡ Παναγία παριστάνεται ξαπλωμένη κ᾿ ἔχει ἀκουμπισμένο τὸ κεφάλι της στὸ χέρι της, κ᾿ ἡ ἔκφρασή της εἶναι γλυκειὰ καὶ μελαγχολική, ἕνα πρᾶγμα πολὺ κατανυχτικό. Σὲ λιγοστὲς εἰκόνες εἶδα ζωγραφισμένα μάτια ἀπάνω στὸ σπήλαιο, σὰν νὰ εἶναι ζωντανό, ὅπως ζωγραφίζουνε πάλι σὲ σχέδιο ἀητοῦ, τὰ σύννεφα ποὺ σηκώνουνε τοὺς Ἀποστόλους στὴν Κοίμηση, στὴ Βάπτιση τὸν Ἰορδάνη σὰν γέρο καὶ τὴ θάλασσα σὰν νεράϊδα, τὶς πηγὲς τοῦ ποταμοῦ σὰν ἕναν πέτρινον ἄνθρωπο ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα του τὸ νερό, κ.ἄ. Ἡ Ἑρμηνεία τῶν Ζωγράφων τοῦ Διονυσίου τοῦ ἐκ Φουρνᾶ τῶν Ἀγράφων, γράφει γιὰ τὸν τύπο τῆς Γεννήσεως: «Σπήλαιον, καὶ ἔσω εἰς τὸ δεξιὸν μέρος ἡ Θεοτόκος βάλλουσα τὸ βρέφος ἐσπαργανωμένον μέσα εἰς τὴν φάτνην καὶ ἀριστερὰ ὁ Ἰωσὴφ γονατιστὸς ἔχων τὰ χέρια ἐσταυρωμένα (1)· καὶ ὄπισθεν τῆς φάτνης ἕνα βόδι κ᾿ ἕνα ἄλογον βλέποντα τὸν Χριστὸν καὶ ὄπισθεν ποιμένες βαστάζοντες ράβδους καὶ βλέποντες μετὰ θάμβους τὸν Χριστόν. Καὶ ἔξωθεν τοῦ σπηλαίου πρόβατα καὶ ποιμένες, ὁ ἕνας λαλῶν αὐλὸν καὶ ἕτεροι βλέποντες ἄνω μετὰ φόβου. Καὶ ἐπάνωθεν αὐτῶν ἕνας ἄγγελος εὐλογῶν αὐτούς, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος οἱ μάγοι μετὰ βάσιλικῆς στολῆς καθήμενοι ἐπάνω εἰς ἄλογα καὶ δεικνύοντες ἀλλήλοις τὸν ἀστέρα. Καὶ ἐπάνωθεν τοῦ σπηλαίου πλῆθος ἀγγέλων...». Οἱ πιὸ ὡραῖες εἰκόνες τῆς Γεννήσεως ποὺ ἀφήσανε οἱ παληοὶ εὐσεβεῖς ἁγιογράφοι μας εἶναι κατὰ πρῶτον οἱ ψηφιδωτές τοῦ Δαφνιοῦ καὶ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, ἔργα ἐξαίσια γιὰ ὅποιον νοιώθει τὴ βυζαντινὴ τέχνη καὶ δὲν θέλει σκηνοθεσίες καὶ ἐπιδείξεις κούφιες. Ἄλλη ὡραία εἰκόνα τῆς Γεννήσεως εἶναι στὴν Περίβλεπτο τοῦ Μυστρᾶ, ἴσως ἡ ὡραιότερη, καθὼς καὶ ἄλλη στὴν Παντάνασσα. Σπουδαία εἶναι καὶ ἡ Γέννηση στὸ Καχριὲ Τζαμὶ τῆς Πόλης (ἀρχαία Μονὴ τῆς Χώρας), τῆς Ὑπαπαντῆς στὰ Μετέωρα, στὰ μοναστήρια τοῦ Διονυσίου καὶ τοῦ Δοχειαρίου στ᾿ Ἅγιον Ὄρος, καθὼς καὶ τοῦ Ἁγίου Παύλου, στὸ μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως στὰ Μετέωρα, καθὼς καὶ στὸ μοναστήρι τοῦ Βαρλαάμ, ἔργο τοῦ Φράγκου Κατελλάνου. Ὑπάρχουνε κι᾿ ἄλλες ἔμορφες Γεννήσεις σὲ ἀρχαῖα ἐξωκκλήσια, ὅλες στὸν ἴδιο τύπο ποὺ ἱστορήσαμε. Πλῆθος Γεννήσεις στολίζουνε τὰ ἀρχαῖα χειρόγραφα, ὅπως εἶναι δυὸ ποὺ βρίσκουνται στὸ μοναστήρι τῶν Ἰβήρων.

«Χριστός γεννάται...» (Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου)

Βλέπω παράξενο και παράδοξο μυστήριο, ποιμένες, αντί να παίζουν με τις φλογέρες τους κάποιο μελωδικό σκοπό, ψάλλουν ουράνιο ύμνο και γεμίζουν με τους ήχους τους τα αυτιά μου. Ψάλλουν άγγελοι και ανυμνούν αρχάγγελοι, υμνούν τα Χερουβίμ και δοξολογούν τα Σεραφίμ. Όλοι πανηγυρίζουν γιατί βλέπουν το Θεό στη γη και τον άνθρωπο στους ουρανούς. Βλέπουν Εκείνον που είναι πάνω στον ουρανό, να βρίσκεται κάτω στη γη λόγω της οικονομίας του για τον άνθρωπο, και τον άνθρωπο που είναι στη γη, να βρίσκεται ψηλά στον ουρανό εξαιτίας της φιλανθρωπίας του Θεού. Σήμερα η Βηθλεέμ έγινε όμοια με τον ουρανό, αφού εμφανίστηκαν σ’ αυτήν αντί για αστέρια άγγελοι που ανυμνούν το Θεό, και δέχτηκε με τρόπο θαυμαστό στο χώρο της όχι το φυσικό ήλιο, αλλά τον Ήλιο της δικαιοσύνης. Και μη ζητάς να μάθεις πως έγινε αυτό. Γιατί εκεί όπου εκδηλώνεται η θέληση του Θεού, νικώνται οι φυσικοί νόμοι. Θέλησε λοιπόν ο Θεός, μπόρεσε, κατέβηκε από τους ουρανούς και έσωσε τον άνθρωπο, γιατί τα πάντα υπακούουν στο Θεό. Σήμερα γεννιέται ο αιώνιος και γίνεται εκείνο που δεν ήταν. Ενώ δηλαδή ήταν Θεός, γίνεται άνθρωπος, χωρίς να παύσει να είναι Θεός. Δεν έχασε δηλαδή τις θεϊκές του ιδιότητες για να γίνει άνθρωπος, ούτε πάλι άλλαξε κι από άνθρωπος έγινε Θεός. Αλλά ενώ ήταν Θεός Λόγος, χωρίς να πάθει τίποτε, προσέλαβε την ανθρώπινη σάρκα, και η θεία φύση παρέμεινε αμετάβλητη. Και όταν γεννήθηκε, οι Ιουδαίοι δεν παραδεχόντουσαν την παράδοξη γέννησή του και οι μεν Φαρισαίοι παρερμήνευαν τις θείες Γραφές, οι δε Γραμματείς δίδασκαν τα αντίθετα του μωσαϊκού νόμου. Ο Ηρώδης γύρευε το νεογέννητο, όχι για να του προσφέρει τιμές, μα για να το σκοτώσει. Γιατί έβλεπαν ότι σήμερα τα πράγματα ήρθαν αντίθετα προς τις προσδοκίες τους. Γιατί όπως λέγει ο Ψαλμωδός: «δεν έγιναν αυτά κρυφά από τα παιδιά τους και θα γίνουν γνωστά και στις επερχόμενες γενεές».
Προσήλθαν λοιπόν βασιλείς να δουν με θαυμασμό το Βασιλιά των ουρανών και απορούσαν πως ήρθε στη γη χωρίς αγγέλους και αρχαγγέλους και θρόνους και κυριότητες και δυνάμεις και εξουσίες, και πέρασε από δρόμο παράξενο και απάτητο, δηλαδή από σπλάχνα παρθενικά, χωρίς να παύσει να επιστατεί τους αγγέλους Του και χωρίς να χάσει τις θεϊκές του ιδιότητες έγινε άνθρωπος και ήρθε κοντά μας. Βασιλείς λοιπόν ήρθαν να προσκυνήσουν τον ένδοξο Βασιλιά των ουρανών, στρατιώτες να υπηρετήσουν τον αρχιστράτηγο των ουρανίων δυνάμεων, γυναίκες να προσκυνήσουν Εκείνον που γεννήθηκε από γυναίκα, για να μετατρέψει σε χαρά τις λύπες της γυναίκας. Ήρθαν παρθένοι στον υιό της Παρθένου κι απορούσαν πως ο δημιουργός των μητρικών μαστών και του γάλακτος, Εκείνος που κάνει τους μαστούς να βγάζουν μόνοι τους άφθονο γάλα, πως έφαγε παιδική τροφή από μητέρα Παρθένο. Ήρθαν τα νήπια σ’ Εκείνον που έγινε νήπιο για να συντεθεί ύμνος στον Κύριο από νήπια που ακόμα θηλάζουν. Ήρθαν παιδιά προς το Παιδί που τα έκανε μάρτυρες Του εξαιτίας της θηριωδίας του Ηρώδη. Ήρθαν οι άνδρες σ’ Εκείνον που έγινε άνθρωπος και θεράπευσε τις ταλαιπωρίες των δούλων Του. Ήρθαν ποιμένες στον καλό Ποιμένα που θυσιάζεται για να σώσει τα πρόβατά Του. Ήρθαν ιερείς σ’ Εκείνον που έγινε Αρχιερέας κατά σειρά διαδοχής από τον Μελχισεδέκ. Ήρθαμε οι δούλοι σ’ Εκείνον που έλαβε δούλου μορφή, για να μετατρέψει σε ελευθερία τη δουλεία μας. Ήρθαν οι ψαράδες σ’ Εκείνον που τους μετέτρεψε από απλούς ψαράδες σε ψαράδες ανθρώπων. Ήρθαν τελώνες σ’ Εκείνον που ανέδειξε έναν από τους τελώνες σε ευαγγελιστή. Ήρθαν οι πόρνες σ’ Εκείνον που άφησε τα πόδια Του να τα βρέξει με τα δάκρυά της η πόρνη. Και για να μιλήσω με συντομία, όλοι οι αμαρτωλοί ήρθαν να δουν τον Αμνό του Θεού που σήκωσε πάνω Του την αμαρτία όλου του κόσμου, οι ταπεινοί μάγοι, οι ποιμένες που τον τίμησαν, οι τελώνες που κήρυξαν το Ευαγγέλιο, οι πόρνες που του πρόσφεραν μύρα, η Σαμαρείτιδα που επιθυμούσε να γευθεί νερό από την πηγή της ζωής, η Χαναναία που είχε ακλόνητη πίστη. Αφού λοιπόν όλοι πανηγυρίζουν χαρούμενοι, κι εγώ επιθυμώ να σκιρτήσω, και να χορέψω και να πανηγυρίσω. Χορεύω χωρίς να παίζω κιθάρα, χωρίς να κινώ κλάδους κισσού, χωρίς να κρατάω αυλό, χωρίς να κρατάω αναμμένες λαμπάδες, αλλά κρατώντας στα χέρια μου αντί για μουσικά όργανα, τα σπάργανα του Χριστού. Γιατί αυτά είναι η ελπίδα μου, αυτά είναι η ζωή, αυτά είναι η σωτηρία μου αυτά είναι για μένα αυλός και κιθάρα. Γι’ αυτό τα έχω μαζί μου, για να μου δώσουν με τη δική τους δύναμη την ικανότητα να πω μαζί με τους αγγέλους: «Δόξα στον ύψιστο Θεό», και μαζί με τους ποιμένες: «και ας επικρατήσει στη γη η ειρήνη και στους ανθρώπους η αγάπη».

Το γιατί και το πώς τη Σαρκώσεως του Θεού (Αγ.Ι. Χρυσοστόμου)

Βλέπω ταυτόχρονα έναν μαραγκό και μια φάτνη και ένα Βρέφος και σπάργανα και λεχώνα Παρθένο που στερείται τα πλέον απαραίτητα, βλέπω τα πάντα να είναι φτωχικά, τα πάντα πλημμυρίζουν από ανέχεια. Είδες πλούτος που υπάρχει μέσα σε τόσο μεγάλη φτώχεια; Είδες πως, ενώ ο Χριστός ήταν πλούσιος, φτώχευσε για χάρη μας;Δεν είχε ούτε κρεβάτι ούτε στρώμα και γι’ αυτό τοποθετήθηκε σε μια ξερή φάτνη. Ω φτώχεια που είσαι πηγή πλούτου! Ω πλούτε αμέτρητε που κρύβεσαι από τη φτώχεια! Είναι ξαπλωμένος μες στη φάτνη και συνταράσσει την οικουμένη. Τυλίγεται με σπάργανα και διασπά τα δεσμά της αμαρτίας. Ακόμη δεν μίλησε και δίδαξε τους μάγους και τους παρακίνησε σε μετάνοια και μεταστροφή. Τι να πω και σε τι να αναφερθώ; Να, ένα Βρέφος σπαργανώνεται και τοποθετείται στη φάτνη. Κοντά του είναι η Μαρία που είναι Παρθένος και μητέρα μαζί. Κοντά του και ο Ιωσήφ, που λεγόταν, χωρίς να είναι, πατέρας. Εκείνος, χωρίς να είναι, λεγόταν άνδρας της Μαρίας, κι εκείνη, χωρίς να είναι, λεγόταν γυναίκα του Ιωσήφ. Νόμιμες ονομασίες αλλά χωρίς περιεχόμενο συζυγικού δεσμού. Μπορείς να κατανοήσεις τα λόγια μου, όχι όμως και τα γεγονότα. Ο Ιωσήφ μνηστεύτηκε μόνο τη Μαρία και το Άγιο Πνεύμα την σκέπασε με τη χάρη του. Γι’ αυτό και βρισκόταν σε απορία ο Ιωσήφ και δε γνώριζε πως να χαρακτηρίσει το Βρέφος. Δεν τολμούσε να πει πως ήταν καρπός μοιχείας και δεν μπορούσε να προφέρει λόγια βλάσφημα σε βάρος της Παρθένου, δεν είχε όμως και τη δύναμη να παραδεχθεί ως δικό του το παιδί, γιατί γνώριζε καλά, πως δεν είχε ιδέα για τον τρόπο που γεννήθηκε, ούτε ποιος έκανε το παιδί. Ενώ λοιπόν βρισκόταν σε απορία, ήρθε από τον ουρανό μήνυμα με τη φωνή του αγγέλου: «Μη φοβάσαι Ιωσήφ, γιατί εκείνο που γεννήθηκε μέσα της προέρχεται από Πνεύμα Άγιον». Το Άγιο Πνεύμα λοιπόν σκέπασε την Παρθένο. Αλλά γιατί γεννάται ο Χριστός από την Παρθένο και διατηρεί ακέραιη την παρθενία της; Επειδή πριν από πολλούς αιώνες ο διάβολος εξαπάτησε την Εύα, που ήταν κι εκείνη παρθένος, γι’ αυτό πήγε ο Γαβριήλ τη χαρμόσυνη είδηση στη Μαριάμ που ήταν Παρθένος. Αλλά η Εύα όταν εξαπατήθηκε, προκάλεσε με τα λόγια της το θάνατο στο ανθρώπινο γένος, ενώ η Μαρία, αφού δέχτηκε τη χαρμόσυνη είδηση, γέννησε με ανθρώπινη μορφή το Θεό Λόγο που έγινε σε μάς φορέας αιώνιας ζωής. Ο λόγος της Εύας υπέδειξε το ξύλο, με το οποίο εκδιώχθηκε ο Αδάμ από τον Παράδεισο, ο Λόγος όμως που γεννήθηκε από την Παρθένο έδειξε το σταυρό με τον οποίο μπροστά στα μάτια του Αδάμ οδήγησε το ληστή στον Παράδεισο. Επειδή λοιπόν δεν πίστευαν οι ειδωλολάτρες ούτε οι Ιουδαίοι ούτε οι αιρετικοί, ότι ο Θεός γέννησε χωρίς καμιά μεταβολή και χωρίς να πάθει τίποτε, γι’ αυτό γεννήθηκε σήμερα με φθαρτό σώμα και διατήρησε άφθαρτο το φθαρτό, για να δείξει ότι όπως δεν έφθειρε την παρθενία όταν γεννήθηκε από την Παρθένο, έτσι και ο Θεός, χωρίς να πάθει οποιαδήποτε μεταβολή και ρεύση η άγια ουσία του, γέννησε ως Θεός με τρόπο θαυμαστό Θεό. Επειδή λοιπόν οι άνθρωποι αδιαφορούσαν για Εκείνον και κατασκεύαζαν ανθρωπόμορφα είδωλα, τα οποία λάτρευαν περιφρονώντας τον Δημιουργό, γι’ αυτό και σήμερα ο Λόγος του Θεού, ενώ είναι Θεός, εμφανίστηκε με ανθρώπινη μορφή για να καταργήσει το ψεύδος και να επαναφέρει με μυστικό τρόπο τη λατρεία στον Εαυτό Του. Ας δοξάσουμε λοιπόν Εκείνον, το Χριστό, που μάς άνοιξε δρόμο μέσα από αδιάβατο τόπο, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους απέραντους αιώνες. Αμήν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Ἦταν νύχτα! Στήν Βηθλεέμ, τήν πόλη αὐτή τῆς Ἰουδαίας, ἐπικρατοῦσε ἡσυχία. Τά σπιτάκια της ὅλα κλεισμένα καί οἱ κάτοικοι κοιμοῦνταν ἥσυχοι. Ἀκούγονταν μόνο τά σφυρίγματα τῶν ποιμένων, πού ἔβοσκαν τά πρόβατά τους ἔξω ἀπό τήν πόλη, στούς γύρω λόφους. Μαζί μέ τά σφυρίγματα ἀκούγονταν καί τά κουδούνια τῶν προβάτων. Κάπουκάπου σκόρπαγε τόν ὡραῖο της ἦχο, ἡ φλογέρα κάποιου βοσκοῦ, ἐνῶ ὅταν αὐτή σταματοῦσε ἀκούγονταν τά γαυγίσματα τῶν σκύλων, πού ἔμεναν ἄγρυπνοι γιά νά φυλάξουν τά πρόβατα ἀπό τούς λύκους. Σέ ἕνα ἀπό τά σπιτάκια τῆς Βηθλεέμ κοιμόταν ἥσυχα ἕνα μικρό παιδάκι, ὁ Ἰησοῦς, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ! Κοντά του ἡ ἁγία Θεοτόκος καί στό διπλανό δωμάτιο ὁ Ἰωσήφ, ὁ προστάτης τῆς Παναγίας. Ξαφνικά, ἐνῶ ὁ Ἰωσήφ κοιμόταν εἶδε ἕνα ὄνειρο! Τοῦ παρουσιάστηκε κάποιος ἄγγελος καί τοῦ εἶπε: « Ἰωσήφ, ἀπόγονε τοῦ Δαυίδ, μή χάνεις καθόλου καιρό. Σήκω ἀμέσως καί πάρε τήν παρθένο Μαρία καί τόν μικρό Ἰησοῦ καί φύγετε γιά τήν Αἴγυπτο. Γιατί ὁ βασιλιάς Ἡρώδης θά ψάξει νά βρεῖ τόν Χριστό, γιά νά Τόν σκοτώσει». Αὐτά εἶπε ὁ ἄγγελος κι ἔγινε ἄφαντος. Ὁ Ἰωσήφ σηκώθηκε ἀμέσως ντύθηκε βιαστικά, ξύπνησε τήν Παναγία καί τῆς εἶπε σιγανά: « Σήκω γρήγορα καί ἑτοιμάσου νά φύγουμε πρίν ξημερώσει…. Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ μοῦ εἶπε αὐτή τή στιγμή ὅτι κινδυνεύει ἀπό τόν Ἡρώδη ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ καί πρέπει νά φύγουμε γιά τήν Αἴγυπτο……..Δέν πρέπει νά χάσουμε οὔτε στιγμή….. Ἀμέσως ἡ Θεοτόκος σηκώθηκε καί ἄρχισαν καί οἱ δύο τήν ἑτοιμασία γιά τό ταξίδι. Ἔπρεπε νά πάρουν μαζί ὅλα τά φτωχικά πράγματά τους γιατί θά πήγαιναν σέ ξένη χώρα, στήν ὀποία δέν εἶχαν συγγενεῖς καί φίλους, καί δέν ἤξεραν πόσο καιρό θά ἔμεναν ἐκεῖ. Ἀφοῦ τά ἑτοίμασαν, τά φόρτωσαν πάνω στό γαϊδουράκι καί κάθησε πάνω σ’ αὐτό ἡ Παναγία, κρατῶντας στήν ἀγκαλιά της τόν μικρό Χριστό. Ἔκαναν τήν προσευχή τους καί ζήτησαν τήν προστασία τοῦ Θεοῦ. Ἀμέσως μετά ξεκίνησαν μέσα στό σκοτάδι τῆς νύχτας. Ταξίδευαν πολλές ἡμέρες! Κόπος ἀλλά καί φόβος μεγάλος! Φοβόνταν μήπως ὁ Ἡρώδης τούς προλάβει ἢ μήπως στείλει στρατιῶτες νά τούς συλλάβουν. Ὅταν ἄκουγαν νά ἔρχονται πίσω τους ταξιδιῶτες τρόμαζαν καί ἡ Παναγία ἔσφιγγε μέ φόβο στήν ἀγκαλιά της τόν Χριστό. Πόσες φορές δέν ἄλλαξαν δρόμο, δέν πέρασαν ἀπό ἄγρια μονοπάτια, γιά μεγαλύτερη ἀσφάλεια! Παρ’ ὅλα αὐτά εἶχαν τήν ἐλπίδα ὅτι ὁ Θεός ἦταν παντοδύναμος προστάτης τους! Ὅταν ἔφτασαν στήν Αἴγυπτο, ἦταν πιά ἀσφαλεῖς ἀπ’ τόν Ἡρώδη! Βέβαια ἀντιμετώπιζαν προβλήματα ἀπό τούς Αἰγυπτίους, λόγω τῆς ἑβραϊκής τους καταγωγῆς καί λόγω τοῦ ὅτι ὁ Ἰωσήφ ἔπρεπε νά βρεῖ μιά δουλειά, πάνω στήν τέχνη του, γιά νά βγάζει τά ἔξοδα τῆς οἰκογενείας! Ὅλα ὅμως τά ὑπέφεραν μέ πίστη καί γενναιότητα καί δόξαζαν τόν Θεό! Ὕστερα ἀπό κάμποσο καιρό πέθανε ὁ σκληρός ἐκεῖνος βασιλιάς Ἡρώδης. Ἄγγελος Κυρίου τότε φανερώθηκε στόν Ἰωσήφ καί τοῦ είπε: «Τώρα εἶναι πλέον καιρός νά γυρίσετε στήν πατρίδα σας. Ὁ Ἡρώδης πέθανε καί θά μπορέσετε νά ζήσετε ἥρεμοι καί εἰρηνικοί»!