Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

Αφιέρωμα στους Αγίους Ραφαήλ, Νικόλαο και Ειρήνη

Απολυτίκιο Αγίων
Οι νεοφανέντες Αγίοι της Λέσβου κατάγονταν από διάφορα μέρη. Εμαρτύρησαν όμως όλοι μαζύ στο Μοναστήρι των Καρυών της Μυτιλήνης το 1462 δέκα σχεδόν χρόνια μετά το πάροιμο της Πόλης από τους βαρβάρους και κακούργους Τούρκους. Ο Αγίος Ραφαήλ , γεννήθηκε γύρω στο 1410 στην Ιθάκη και συγκεκριμένα στην μεγάλη συνοικία Μύλος. Ο πατέρας του λεγόταν Διονύσιος Λασκαρίδης και καταγόταν από λευϊτικό γένος και ήταν καλός χριστιανός. Ευσεβέστατη χριστιανή ήταν και η μητέρα του. Γι΄αυτό άλλωστε έβγαλαν και τέτοιο καλό παιδί. Στο βάπτισμα του έδωσαν το όνομα Γεώργιος. Οι γονείς του ήταν ευκατάστατοι. Τον έμαθαν πολλά γράμματα και ιδίως του θεού τα γράμματα. O Γεώργιος ήταν έξυπνος , πολύ ευσεβής και μέ φόβον Θεού. Ο Γεώργιος , ο μετέπειτα Ραφαήλ , είχε καταταγεί στο στρατό του Βυζαντίου και σε ηλικίαν 35 ετών ήταν αξιωματικός , θέλησε όμως να γίνει αξιωματικός του Χριστού. Γι' αυτό έφυγε από το στρατό κι' έγινε κληρικός. Ζούσε στην Μακεδονία και ήταν Πρωτοσύγγελος. Ηταν πολύ γνωστός στο Οικουμενικό Πατριαρχείο , για την αρετή , τη μόρφωση και την Ορθοδοξία του. Την εποχή εκείνη γινόταν μεγάλη προπαγάνδα α πό τους Παπικούς και από τους εδώ Ελληνες φιλοπαπικούς. Γίνονταν συζητήσεις μεταξύ Ορθοδόξων και Πα πικών. Ηθελαν πάση θυσία να κάνουν την ένωση με τον Πάπα. Αλλά και μετά την ψευδοσύνοδο της Φερ-ράρας προσπαθούσαν να επιβάλουν οπωσδήποτε την έ νωση με τους αιρετικούς Παπικούς. Ο Ραφαήλ διακρινόταν για την μόρφωση του. Οι γραμματικές του γνώσεις ήταν πολύ μεγάλες , καθώς και η θεολογική του κατάρτηση. Ηταν σταθερός στην Ορθοδοξία. Εγνώριζε καλά τα δόγματα και τους Ιερούς Κανόνας της Εκκλησίας. Γι΄αυτό τo Πατριαρχείο τoν έστελνε σe συνέδρια να κάνει θεολογικές συζητήσεις στο εξωτε ρικό με τους Παπικούς. Κατ΄επανάληψη τον έστειλαν στο Μορλαί της Γαλλίας. Επήγε και στο Παρίσι. Το Πατριαρχείον τον διώρισε οικουμενικό ιερο κήρυκα , του έδωσε δηλαδή την άδεια να περιέρχεται παν τού , να κηρύττει τον Λόγον του Θεού και να στηρίζει τους ανθρώπους στην Ορθοδοξία. Πολλές φορές πήγε και στην Αθήνα. Εκήρυξε μάλιστα τον Λόγον του Θεού στο μνημείο του Φιλοπάππου , «πέρα από την πάρ ια με τις κόκκινες κολόνες», την πύλη δηλαδή του Αδρι ανού. Εκήρυξε στον Αγίο Δημήτρη τον Λομβαρδιάρη. Γι΄αυτό , σήμερα στην εκκλησία αυτή έχουν την εικόνα του και τον γιορτάζουν. Στο Μορλαί της Γαλλίας γνώρισε και τον Αγίο Νικόλαο. Η οικογένεια του Νικολάου ζούσε στη Θεσ σαλονίκη. Ο πατέρας του ήταν συμβολαιογράφος και την μητέρα του την λέγανε Μαρία. Δυστυχώς , ο Νικόλαος , εκεί στη Γαλλία ζούσε κοσμική ζωή. Οταν όμως ήταν 27 ετών , γνώρισε στο Μορλαί της Γαλλίας τον Αγίο Ραφαήλ. Η Αγία ζωή του Ραφαήλ , τα λόγια του τα θεϊκά και οι συμβου λές του έκαναν τον Νικόλαο ν΄άλλάξει τελείως. Αφη σε την κοσμική ζωή και αφοσιώθηκε κι αυτός στο Θεό. Ακολούθησε τον Αγίο Ραφαήλ και έγινε συνεργάτης του. Τον έστειλε μάλιστα πολλές φορές να κηρύττει τον Λόγον του Θεού σε πολλά μέρη. Ο Αγίος Ρα φαήλ τον χειροτόνησε και διάκονον. Κατόπιν χωρίσθηκαν. Δεν ξέρουμε για ποιαν αιτία. Ο Αγίος Ραφαήλ ήταν σπουδαίος άνθρωπος και είχε πολλές περιπέτειες. Η κατάσταση τότε ήταν ακα τάστατη. Λόγω των πολέμων ταραχή και σύγχυση επι κρατούσε παντού. Ο Θεός όμως τα έφερε να συναντη θούν και πάλι , έπειτα από πολύ καιρό , μέσα στην ταραχή του πολέμου. Μετά την άλωση δυστυχώς της Κωνσταντινοπόλεως οι Τούρκοι μπήκαν στην Θράκη και έσφαζαν τους Χρι στιανούς και έκαναν βιαιότητες. Ο κόσμος , για να σωθεί από το μαχαίρι του άγριου κατακτητού έτρεχε παντού σαν τα κυνηγημένα πουλιά. Τότε ένα καράβι θα έφευγε από την Αλεξανδρούπολη για την Μυτιλήνη. Ηταν γεμάτο από σαστισμένο κόσμο. Μ' αυτό το καράβι ταξείδεψαν ο Αγίο Ραφαήλ και ο διά κονος Νικόλαος. Πήγαιναν στην Λέσβο πρόσφυγες. Ενόμιζαν , ότι θα ήταν ασφαλέστεροι εκεί. Βγήκανε θαλασσοδαρμένοι στο χωριό Θερμή της Μυτιλήνης , άγνωστοι και ξένοι πρόσφυγες. Ηταν η 14. Μαρτίου του 1454. Ο προεστός του χωρίου Βασίλειος και ο διδάσκαλος Θεόδωρος χάρηκαν πολύ. Τους πήραν τους πρόσ φυγας Μοναχούς και τους εγκατέστησαν στο Μονα­στήρι των Καρυών. Ο Αγίος Ραφαήλ έγινε Ηγούμενος. Το Μοναστήρι αυτό , προηγουμένως ήταν μεγάλο. Το είχε κτίσει κάποια αυτοκράτειρα τον 8ον αιώνα , που ήταν εξόριστη εκεί. Δυστυχώς όμως το 1235 πήγαν Τούρκοι κουρσάροι (πειράτες) από την Κρήτη , το κα τέστρεψαν και το έκαψαν. Ηγουμένη τότε ήταν η Ολυμπία. Είχε μεγάλη αρετή και αγιότητα. Η μητέρα της καταγόταν από την Κωνσταντηνούπολη και ήταν κόρη ιερέως. Ηταν 4 αδελφές. Είχαν και έναν αδελφό Αρχιμανδρίτη. Η μια αδελφή της η Δωροθέα , από συμβουλή του πατέρα της , έγινε μοναχή και κατόπιν Ηγουμένη στο Μοναστήρι των Καρυών της Μυτιλήνης. Η μητέρα όμως της Ολυ μπίας , καθώς και δυό αδελφές της παντρεύτηκαν. Ο πατέρας της Ολυμπίας έγινε ιερεύς και έζησε στην Πελοπόννησο. Εκεί γεννήθηκε η Ολυμπία. Μετά τον θάνατο του πατέρα της πέθανε και η μητέρα της από τη λύπη της και έτσι έμεινε η Ολυμπία ορφανή και ολομόναχη σε ηλικία 10 ετών. Την έστειλαν τότε στη Θερμή της Μυτιλήνης , που ήταν η θεία της Δωροθέα Ηγουμένη. Η Ολυμπία προόδευε πολύ στην αρετή. Και στα 19 της χρόνια έγινε μοναχή. Οταν όμως κοιμήθηκε , η θεία της Δω ροθέα , όλες εξέλεξαν για ηγουμένη την Ολυμπία. Ηταν τότε η ηλικία της 25 ετών. Το Μοναστήρι αυτό είχε 30 Μοναχές. Ξαφνικά όμως στις 11 Μαΐου το 1235 πήγαν άγρι οι πειράτες στο Μοναστήρι , θέλησαν ν' ατιμάσουν τις Μοναχές. Μερικές κατώρθωσαν και τους ξέφυγαν α πό τα χέρια τους και πήγαν στα βουνά. Εκεί δυστυ χώς πολλές τρελλάθηκαν. Τις άλλες , που αντιστάθη καν , τις έσφαξαν οι Τούρκοι. Μια γερόντισσα όμως μοναχή , την Ευφροσύνη , που δεν μπορούσε να περπατήσει και να φύγει , την βασάνισαν πολύ. Την κρέμασαν σ' ένα δένδρο και την έκαψαν ζωντανή. Την έκαναν στάχτη. Φρικτό ήταν και το μαρτύριο της Αγίας Ηγουμέ νης , της Ολυμπίας. Αυτή , σαν Ηγουμένη , δεν θέλησε να εγκατάλειψει το Μοναστήρι. Οι κακούργοι Τούρκοι με αναμμένες λαμπάδες έκαιγαν τις σάρκες της. Ε πειτα πύρωσαν μια σιδερέγια βέργα και την έβαλαν από το ένα αυτί της και βγήκε στο άλλο. Κατόπιν , την ξάπλωσαν γυμνή επάνω σε μια σιδερένια πόρτα (θυρόφυλλο) και όπως ήταν την κάρφωσαν επάνω στο σανίδι. Της έμπηξαν στο σώμα είκοσι μεγάλα καρφιά. Αλλα τρία ακόμη μεγαλύτερα τα έμπηξαν στο κεφάλι της. Τα δυό μέσα στ' αυτιά της και το τρίτο μέσα στο κρανίο. Κατόπιν , έβαλαν φωτιά και έκαψαν το Μοναστή ρι ολόκληρο και την ωραία εκκλησία του. Το κτίριο έμεινε ρημαγμένο για 150 ολόκληρα χρόνια , ως την ημέρα που μια ευλαβική γυναίκα βο ήθησε να ξανακτισθεί και επειδή δεν τολμούσαν να μείνουν εκεί μοναχές , έγινε ανδρικό. Ντόπιοι και ξένοι μοναχοί το κράτησαν γερά μέ σα στις θύελλες των καιρών εκείνων. Η ευλαβής γυναίκα , που διέθεσε για την επι σκευή του την περιουσία της , ήταν κάποια Μελπομέ νη. Και η αίτία ήταν η έξης : H Μελπομένη ήταν πολύ πλούσια , δυστυχώς ό μως ζούσε κοσμική ζωή. O Θεός για να την συνεφέρει , επέτρεψε ν' αρρωστήσει σοβαρά το παιδί της , που το έλεγαν Ακίνδυνο. Τον πόνεσε ξαφνικά το πόδι του , για τις αμαρτίες της μητέρας του. Εξόδεψε εκεί νη πολλά στους γιατρούς. Αλλά δεν έβλεπε καμμιά θεραπεία. Στο τέλος , της είπαν οι γιατροί , ότι δεν πρόκυται να γίνει καλά. Απελπισμένη τότε , πήγε στο Μοναστή ρι των Καρυών. Τον έπλυνε στο Άγιασμα και τον έ ταξε στην Παναγία. Αμέσως , την ίδια μέρα έγινε το θαύμα. Ο Ακίνδυνος έγινε τελείως καλά. Η Μελπομένη κράτησε το τάμα της και τον άφη σε στο Μοναστήρι. Δεν έγινε βεβαίως καλόγερος , αλ λά ζούσε στο Μοναστήρι κι εξυπηρετούσε τους καλογήρους. Ηταν επιστάτης της Μονής. Η Μελπομένη διέθεσε πολλά ρή ματα και επεσκεύασε το Μοναστήρι. Γι΄αυτό έγραψαν το όνομά της στο Μοναστήρι και το μνημόνευαν. Αυτή κατόπιν είχε χαρίσει στον Αγίο Ραφαήλ και μία ωραία πολυθρόνα , πίσω από την οποία ήταν γραμμένη η λέξη ΜΕΛΠΟΜΕΝΗ. Αυτή είχε κτίσει εκεί στο Μοναστήρι ένα σπιτάκι , στο οποίο έμεινε μέχρι του θανάτου της. Ο Αγίος Ραφαήλ , εγκαταστάθηκε ε κεί με τον Νικόλαον , από τον πρόεδρον και τον διδάσκαλον το 1454. Εργάσθηκαν μέχρι το 1462. Δίδασκαν και προστάτευαν τους Χριστιανούς , ασκήτευαν και πρόκοβαν σε αρετή και σοφία Κυρίου. Οι Τούρκοι πάτησαν την όμορφη Λέσβο κι άρχι σαν να σφάζουν , να δέρνουν , να ατιμάζουν και να τρομοκρατούν τον πληθυσμό με κάθε τρόπο. Πάνω απ' όλα , όμως προσπαθούσαν να αλλοξοπιστήσουν με την βία τους οπαδούς του Χριστού και να τους φορέ σουν το Μωαμεθανικό φέσι. Οι δύστυχοι Μυτιληνοί υπέμειναν τα πάντα , όχι όμως και ν'αρνηθούν την πίστη τους , που άξιζε πιο πολύ και από όλον τον κόσμο.

Κυριακή, 16 Μαΐου 2010

25η Γιορτή Νεολαίας

25η Γιορτή Νεολαίας Ιερά Μητρόπολις Πειραιώς Κυριακή 16 Μαΐου 2010 - 7.30 το απόγευμα Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας - ΣΕΦ Αίθουσα Μελίνα Μερκούρη _____________________________________________ Ιεροί Ναοί Ευαγγελιστρίας και Προφήτου Ηλιού Πειραιώς Χοροί από τη Ρούμελη ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ: Γεώργιος Γκολέμης _____________________________________________

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

'Aγιος Γεώργιος ο τροπαιοφόρος

Ο Βίος του

Ο ένδοξος μεγαλομάρτυς του Χριστού Γεώργιος καταγόταν από την Καππαδοκία της Μικράς Ασίας και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, ο οποίος βασίλευσε από το 284 μέχρι το 305 μ.Χ. Είχε το προνόμιο ο Άγιος να γεννηθεί από γονείς όχι μόνο αριστοκράτες και επιφανείς κατά κόσμο, αλλά και πολύ ευσεβείς και βαθιά πιστούς χριστιανούς. Γι’ αυτό και ευτύχησε να διδαχθεί «από βρέφους τα ιερά γράμματα». Έτσι έπεσε μέσα στη ψυχή του, σαν άλλη «αγαθή γη» ο σπόρος της αρετής και της σωτηρίας , ο οποίος και απέδωσε καρπό «εκατόν-ταπλασίονα».

Σε πολύ νεαρή ηλικία ο Άγιος κατατάχθηκε στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού, στη λεγεώνα των «Ανίκητων»,και ανήλθε πολύ νωρίς στα ανώτατα αξιώματα της στρατιωτικής ιεραρχίας, αφού έγινε διοικητής της λεγεώνας, δηλαδή στρατιωτικού σώματος αποτελούμενου από έξι έως επτά χιλιάδες στρατιώτες. Αναδείχθηκε ένας από τους καλύτερους αξιωματικούς του ρωμαϊκού στρατού, δυνατός και ανδρείος, διακρινόμενος για τον αδαμάντινο χαρακτήρα και τη φωτεινή και ελκυστική προσωπικότητα του.

Παρά το γεγονός ότι ο Γεώργιος, μέσα στις τάξεις του στρατού, περιστοιχιζόταν από ανθρώπους με ειδωλολατρικές συνήθειες, δεν επηρεάστηκε καθόλου απ’ αυτούς. Έμενε άκαμπτος και ανυποχώρητος στις χριστιανικές αρχές και στη σεμνή ζωή. Πραγματικά άγιος στην καθημερινή του ζωή, αγωνιζόταν τον «καλόν αγώνα», ευφραινόταν με τον λόγο του Θεού και τρεφόταν με το «ουράνιο μάννα». Υλικά αγαθά και πλούτη τον άφηναν ασυγκίνητο. Γι’ αυτό και όλα τα χρήματα και τα πλούτη, που κληρονόμησε από τους πολύ εύπορους γονείς του, τα μοίρασε με πολύ αγάπη στους φτωχούς.

Έφτασε όμως και η στιγμή να λάμψει και η αξία του Γεωργίου ως «καλού στρατιώτου Ιησού Χριστού», μέσα στον αδυσώπητο πόλεμο που κήρυξε κατά του χριστιανισμού ο ειδωλομανής Διοκλητιανός. Τότε, το παλικάρι του Χριστού δεν υπολόγισε αξιώματα και πλούτη, ούτε το κάλλος και τη νεότητα του, ούτε τη φρίκη των επαπειλούμενων βασανιστηρίων. Προχώρησε με ρωμαλέο το φρόνημα και ομολόγησε με παρρησία την πίστη του στο Χριστό. Κατ’ εντολή τουΔιοκλητιανού υπέστη τα φρικτότερα των βασανιστηρίων. Τον μαστίγωσαν επανειλημμένα, τοποθέτησαν πάνω στο στήθος του μια βαριά πλάκα για να πεθάνει από ασφυξία, έδεσαν το σώμα του σε μεγάλο τροχό και γυρίζοντάς το ξεσχιζόταν από τα κοφτερά μαχαίρια που υπήρχαν στο έδαφος, τον άφησαν για τρεις μέρες σε λάκκο με ασβέστη, του φόρεσαν σιδερένια πυρακτωμένα παπούτσια και τον ανάγκασαν να τρέξει, και πολλά άλλα. Τελικά ο Διοκλητιανός διατάσσει να τον αποκεφαλίσουν, για να εισέλθει έτσι ο Άγιος μας αιώνια στην αγκαλιά του Κυρίου του που τον αγάπησε μέχρι θανάτου.

Το μαρτύριο, σύμφωνα με την παράδοση, το υπέστη στη Διόσπολη (Λύδδα) της Παλαιστίνης. Η πόλη αυτή έγινε το κέντρο της τιμής προς το Μάρτυρα, γιατί εκεί αρχικά φυλασσόταν το τίμιο λείψανο του και γιατί εκεί ανοικοδομήθηκε πολύ νωρίς ιερός Ναός έπ’ ονόματι του.

Η καρτερία τού μάρτυρα, το αδούλωτο φρόνημα, η εμμονή στην πίστη του, καθώς και τα θαύματα που επιτέλεσε ο Θεός κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων του, προκάλεσαν την έκπληξη σε πολλούς ειδωλολάτρες, οι οποίοι και προσήλθαν στον Χριστό. Ακόμα και αυτή η σύζυγος του Διοκλητιανού, η αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα, με τρεις θεραπαινίδες της πίστευσε στο Χριστό και ομολόγησε με παρρησία την πίστη της.

Τοιουτοτρόπως ο ένδοξος μεγαλομάρτυς και τροπαιοφόρος Γεώργιος, με την ζωή του, την αρετή του, τη βαθύτατη πίστη του στο Χρίστο, την αρτιότητα και σταθερότητα του χαρακτήρα του, την καρτερική υπομονή του στα μαρτύρια και, τελικά, τη θυσία της ζωής του για το Χριστό, αποτελεί για όλους μας, και ιδιαίτερα για τους νέους, αληθινό οδοδείκτη και άξιο πρότυπο προς μίμηση. Γιατί σήμερα καλούμαστε να «μαρτυρήσουμε», ζώντας αληθινά το Ευαγγέλιο στην καθημερινή μας ζωή, χωρίς συμβιβασμούς, βαδίζοντας με πίστη κι ελπίδα την «τεθλιμμένην του βίου οδόν» και προσδοκώντας την ουράνια ασάλευτη Βασιλεία. Αμήν.

ΠΑΣΧΑΛΙΟΣ ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 2010

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ & ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΕΝΤΗ

Σ Ε Ρ Α Φ Ε Ι Μ

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΚΛΗΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΥΣΕΒΗ ΛΑΟ

ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΥΤΟΥ

῾Η ῾Ιστορία δέν γνωρίζει κανένα ἄλλο λαό πού νά ἔχει ζήσει τόσο συνειδητά καί σύγκορμα τά Πάθη καί τήν ᾿Ανάσταση τοῦ Κυρίου μας. Κανένα ἄλλο Γένος δέν συντονίστηκε τόσο ὁλοκληρωμένα, ὄχι στό περιθώριο τῆς ἐλεύθερης καί εἰρηνικῆς ζωῆς -ὅταν τέτοια βιώματα μένουν στήν ἐπιφάνεια καί ἐξαντλοῦνται σέ συναισθηματισμούς καί φημολογίες- ἀλλά στίς σκληρές, τίς ἀδυσώπητες ὧρες του, τίς ὧρες ὅπου ἡ ῾Ιστορία σέ κοιτᾶ κατάματα, πρόσωπο μέ πρόσωπο, μέ τήν πορεία πρός τόν Γολγοθά πού οὐσιαστικά δέν τερματίζεται( περνᾶ ἀπό τόν Κῆπο τῆς ᾿Αναστάσεως καί τραβᾶ γιά τήν ἔνδοξη ᾿Ανάληψη, γιά τήν οὐράνια Βασιλεία.

Τά Πάθη, καί ἡ ᾿Ανάσταση τοῦ Κυρίου στάθηκαν οἱ μυστικοί παιδαγωγοί μας, μᾶς μεταποίησαν καί μᾶς διαμόρφωσαν μιά φυσιογνωμία καινούρια, γεμάτη ἀπό οὐράνια στοιχεῖα, μιά φυσιογνωμία ὡραϊσμένη ἀπό τό φῶς τῆς ᾿Αρετῆς.

Ὡς τήν ὥρα τῆς ᾿Αναστάσεως, ἡ κοινή Πατρότητα τῶν ἀνθρώπων πού ἀποκάλυψε ὁ Χριστός δέν εἶχε ἐπισφραγιστεῖ, δέν εἶχε βεβαιωθεῖ. Αὐτή τήν βεβαίωση μᾶς παρέχει ἡ θριαμβευτική νίκη καί ἡ καταπάτηση τοῦ θανάτου γιατί ἔτσι ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου μέσα στόν κόσμο ἀποκαλύπτεται ὁλοκληρωμένη : ξεκινᾶ ἀπό τόν Θεό, ἀθλεῖ μέσα στόν κόσμο γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ξαναγυρίζει σ᾿ Αὐτόν, περνώντας ἀπό τήν ἔνδοξη πύλη τῆς αἰωνιότητας, πού τοῦ ἄνοιξε μέ τήν ᾿Ανάστασή του ὁ Χριστός.

῾Η ᾿Ανάσταση, λοιπόν, δέν εἶναι μονάχα ἡ τελειωτική ἧττα τοῦ θανάτου, ἀλλά καί ἡ ὁλοκλήρωση, ἡ ἐξισορρόπηση τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. ᾿Εκείνη ἡ ὁμαδική καταδίκη πού ἐπέβαλε ἡ ἀμαρτία, ἡ πτώση, ἐκεῖνος ὁ στεναγμός τῆς ἀπελπισίας πού σκορποῦσε ὁ θάνατος στούς ἀνθρώπους καί τούς ἀπομάκρυνε, καί τούς ἔχτιζε μέσα σέ μοναξιά θλιβερή γιατί δέ δροῦσε στή ζωή καμία δύναμη ἱκανή νά τούς προσεγγίσει, νά διαρρήξει τίς καρδιές, ὅλα αὐτά, μέ τήν ᾿Ανάσταση, ἀνατράπηκαν. Θεμελιώθηκε ἀπό τότε μιά νέα σχέση ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, σχέση στολισμένη μέ δάκρυα χαρᾶς, ἑδραιώθηκε ἕνα νέο, ὀξύτατο αἴσθημα προσωπικῆς εὐθύνης γιατί, μέ τήν ᾿Ανάσταση, ὁ ῎Ανθρωπος, ἀπό θνητός καί φθαρτός ἀποκαλύφθηκε αἰφνιδίως ἀθάνατος, τέκνο τῆς αἰωνιότητας.

Αὐτή ἡ νέα διάσταση μέ τήν ὁποία προίκισε τήν ὕπαρξή μας ὁ ᾿Αναστημένος Κύριος, ἡ διάσταση τῆς αἰωνιότητας, μᾶς ἔκαμε νά ξαναπλησιάσουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον κι ἀποκάλυψε κάτω ἀπό τά χώματα τοῦ σώματος τή ζωογόνα παρουσία τῆς αἰώνιας ψυχῆς. Σ᾿ ἐκεῖνο τόν ἀνοιξιάτικο κῆπο τῆς ῾Ιερουσαλήμ ξαναγεννήθηκε ὁ κόσμος καί οἱ ἄνθρωποι, νιώθοντας διαρρηγμένο τό σιδερένιο δίχτυ τῆς μοναξιᾶς τους, ξαναγαπήθηκαν ἐν ὀνόματι τοῦ ᾿Αναστημένου Θεοῦ. ῎Ετσι, στή συμβίωσή τους δόθηκε ἕνα ἄλλο νόημα καί οἱ ψυχές πῆραν τόν ρυθμό μιᾶς πλατειᾶς ἀνάσας.

᾿Από τότε κι ὕστερα, ἡ μεγάλη δύναμη τῆς ᾿Αναστάσεως δρᾶ κοινωνικά κατά τρόπο θαυμαστό. ᾿Από τή βεβαιότητα πού χάρισε αὐτή στήν ἀνθρωπότητα, ἄνοιξαν καί ξεχείλισαν οἱ πηγές τῆς θυσίας καί τοῦ ἐλέους. Μέ τήν ᾿Ανάσταση ξαναβρῆκε ὁ ἄνθρωπος τό ἀληθινό ἠθικό του ἀνάστημα κι ἔγινε γενναιόφρων. Γιατί ἡ ᾿Ανάσταση πλημμύρισε τήν ὕπαξη μέ ἕναν ἄλλο, ἀβάσταχτο πλοῦτο, πλοῦτο ἀγάπης καί μέ μιά ἀπέραντη χαρά, σύστοιχη μέ τήν ἀπεραντοσύνη τῆς αἰωνιότητος πού τοῦ ἀποκαλύφθηκε.

Τό μεγάλο κι ἀπύθμενο σκότος πού ἔχασκε μπροστά στήν συνείδηση τῶν ἀνθρώπων - σκότος πού ἐκεῖνοι προσπάθησαν νά κλείσουν, νά γεφυρώσουν, νά ξορκίσουν μέ τήν φιλοσοφία καί τήν τραγική ποίηση - τό σκότος αὐτό τό βαρύ τοῦ θανάτου, διαπερνᾶται ἀπό τήν θριαμβευτική λάμψη τῆς ᾿Αναστάσεως καί διαλύεται, κι ἀποσύρεται γιά νά χυθεῖ μέσα στά στήθη τῶν ἀνθρώπων νέο, ἀναστάσιμο φῶς. ῾Ο θάνατος ὡς τώρα μίκραινε τόν ἄνθρωπο, μίκραινε καί τήν ζωή. ῾Η ᾿Ανάσταση, ἀποσύροντας τήν βαρειά πέτρα τοῦ θανάτου, ξανάδωσε στόν ἄνθρωπο τό ἀληθινό του ἀνάστημα καί τόν ἔκαμε ἱκανό ὄχι γιά λύπηση, ἀλλά γιά ἀγάπη, γι᾿ ᾿Αδελφοσύνη. Χωρίς τήν ᾿Ανάσταση «ματαία ἡ πίστις ἡμῶν» λέγει ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος. ᾿Αλλά πάλι, χωρίς τήν ᾿Ανάσταση εἶναι μάταιη ὁλόκληρη ἡ ζωή καί ὁ ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου γιά νά ξεφύγει ἀπό τόν κλοιό τῆς μοναξιᾶς, γιά ν᾿ ἀποτινάξει τόν ζυγό τοῦ σκότους, τοῦ θανάτου.

Σ᾿ αὐτό τό ἀναστάσιμο φῶς, περισσότερο ἀπό τόν γνόφο τῶν Παθῶν, βρῆκαμε τήν αὐθεντικότητά μας. Γιατί ὁ τόπος μας δέν συνήθισε νά τρέφει τελώνια καί τέρατα, ἀλλά πλάσματα πού τά συνέλαβε καί τά ὁλοκλήρωσε ἡ φωτοδοτική δύναμη τοῦ πνεύματος. Γι᾿ αὐτό καί ἡ θλίψη, τό πένθος τῆς ῾Εβδομάδας τῶν Παθῶν, δέν ἔχει τίποτε τό σπαραχτικό, τό ἀμετάκλητο. Μιά βαθειά πνευματική οἰκείωση μέ τήν ῾Υμνογραφία καί τήν ῾Αγιογραφία τῆς ᾿Εκκλησίας μας ἀποκαλύπτει ἕνα θαυμαστό γεγονός, τό γεγονός πώς μέσα στό πένθος συντηρεῖται μιά κρυφή ἀλλά ἐπίμονη ἐλπίδα καί μιά ἀνυπόταχτη προσδοκία γιά τό ἀναμενόμενο φῶς. Πενθοῦμε καί δακρύζουμε ἀλλά χωρίς ἀπελπισία. Βέβαιοι πιά γιά τήν χαρά πού μᾶς ἀναμένει στό τέλος τῆς ὀδύνης.

Αὐτή ἡ ἀναμονή τῆς χαρᾶς τῆς ᾿Αναστάσεως ἔχει σφραγίσει τήν φυσιογνωμία τοῦ Γένους μας, χαρά σοβαρή, στιβαρή, γεμάτη ἀπό τήν ἀρετή, ἀπό τό θαυμαστό σκίρτημα τῆς ᾿Αδελφοσύνης, πού στήριξε ἀνάμεσά μας ὁ ᾿Αναστημένος Χριστός κι ἕχει θεμέλιο αἰώνιο, ἱερό. Καί καθώς ζοῦμε τά σκληρά αὐτά χρόνια, μέ τά μάτια στραμένα πρός τά ἔ σ ω, πρός τήν ψυχή, ἀνακάλυπτουμε ἐκεῖ, μέσα μας, τήν συντηρημένη ἀπό τήν ᾿Ανάσταση ἐλπίδα. Καί παλεύουμε συμπαγεῖς, ἑνωμένοι ἀπό τό θαυμαστό πνεῦμα τῆς χριστιανικῆς ἀδελφοσύνης, μέ ταπεινωμένο ἴσως τό παληό, ἀρχαῖο, ἀριστοκρατικό μας φρόνημα, ἀλλά μέ ἄγρυπνο τό πνεῦμα τῆς ἀνθρώπινης ἀρχοντιᾶς πού εἶναι ἡ ᾿Ελευθερία. ῾Η ἧττα τοῦ θανάτου, ἡ ᾿Αδελφοσύνη καί ἡ ᾿Ελευθερία εἶναι ὁ κύκλος ὅπου κινεῖται πιά φυσιολογικά καί μόνιμα τό πνεῦμα τοῦ Γένους μας καί γι᾿ αὐτό τό Πάσχα εἶναι μιά γιορτή ὄχι μονάχα ᾿Εκκλησιαστική ἀλλά καί τῆς φυλῆς μας.

Στό θρίαμβο τῆς ᾿Αναστάσεως βρήκαμε μιάν, ἐξ οὐρανοῦ πιά, βεβαίωση τῆς δικῆς μας ἀντοχῆς, τῆς διάρκειάς μας, κι αὐτό τό ἦθος ἐκφράζει ἡ ἀληθινή μας Τέχνη. ῾Η ᾿Αρετή, ὁ καημός τῶν ῾Ελλήνων, μέσα στό φῶς τῆς ᾿Αναστάσιμης ἀδελφοσύνης παίρνει τό χρῖσμα τῆς αἰώνιας ἀξίας, ἡ ᾿Ελευθερία μας γίνεται νίκη κατά τοῦ θανάτου καί ἡ ᾿Αδελφοσύνη μας, μιά ἀδελφοσύνη μέ ἀχτίνα παγκόσμια γίνεται μιά βαθειά, ζεστή, φωτεινή κοινωνία τῆς ᾿Αγάπης, τοῦ Οὐρανοῦ.

Χριστός ᾿Ανέστη !

᾿Αληθῶς ᾿Ανέστη !

Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι...

Χριστός Ανέστη παιδιά
Χρόνια Πολλά με υγειά και χαρά και με την ευλογία του Αναστημένου Χριστού μας.
σας παραθέτω την Αναστάσιμη Προσευχή

Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι, προσκυνήσομεν Άγιον, Κύριον, Ιησούν τον μόνον αναμάρτητον. Τον Σταυρόν Σου Χριστέ προσκυνούμεν και την Αγίαν σου Ανάστασην υμνούμεν και δοξάζωμεν Συ γαρ ει ο Θεός ημών, εκτός Σου άλλον ουκ οίδαμεν, το όνομά Σου ονομάζομεν. Δεύτε, πάντες οι πιστοί, προσκυνήσωμεν την του Χριστού Αγίαν Ανάστασην. Ιδού γαρ ήλθε δια του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω. Δια παντός ευλογούντες τον Κύριον, υμνούμεν την Ανάστασην Αυτού. Σταυρόν γαρ υπομείνας δι' ημάς, θανάτω, θάνατον ώλεσεν.

Αναστάς ο Ιησούς από του τάφου καθώς προείπεν, Έδωκεν ημίν την αιώνιον ζωήν και το μέγα έλεος.

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

Κυριακή Δ' Νηστειών

για το Ευαγγέλιο της Κυριακής και το κήρυγμα της πατείστε εδώ http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/fk/11_2010.PDF