Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Ἦταν νύχτα! Στήν Βηθλεέμ, τήν πόλη αὐτή τῆς Ἰουδαίας, ἐπικρατοῦσε ἡσυχία. Τά σπιτάκια της ὅλα κλεισμένα καί οἱ κάτοικοι κοιμοῦνταν ἥσυχοι. Ἀκούγονταν μόνο τά σφυρίγματα τῶν ποιμένων, πού ἔβοσκαν τά πρόβατά τους ἔξω ἀπό τήν πόλη, στούς γύρω λόφους. Μαζί μέ τά σφυρίγματα ἀκούγονταν καί τά κουδούνια τῶν προβάτων. Κάπουκάπου σκόρπαγε τόν ὡραῖο της ἦχο, ἡ φλογέρα κάποιου βοσκοῦ, ἐνῶ ὅταν αὐτή σταματοῦσε ἀκούγονταν τά γαυγίσματα τῶν σκύλων, πού ἔμεναν ἄγρυπνοι γιά νά φυλάξουν τά πρόβατα ἀπό τούς λύκους. Σέ ἕνα ἀπό τά σπιτάκια τῆς Βηθλεέμ κοιμόταν ἥσυχα ἕνα μικρό παιδάκι, ὁ Ἰησοῦς, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ! Κοντά του ἡ ἁγία Θεοτόκος καί στό διπλανό δωμάτιο ὁ Ἰωσήφ, ὁ προστάτης τῆς Παναγίας. Ξαφνικά, ἐνῶ ὁ Ἰωσήφ κοιμόταν εἶδε ἕνα ὄνειρο! Τοῦ παρουσιάστηκε κάποιος ἄγγελος καί τοῦ εἶπε: « Ἰωσήφ, ἀπόγονε τοῦ Δαυίδ, μή χάνεις καθόλου καιρό. Σήκω ἀμέσως καί πάρε τήν παρθένο Μαρία καί τόν μικρό Ἰησοῦ καί φύγετε γιά τήν Αἴγυπτο. Γιατί ὁ βασιλιάς Ἡρώδης θά ψάξει νά βρεῖ τόν Χριστό, γιά νά Τόν σκοτώσει». Αὐτά εἶπε ὁ ἄγγελος κι ἔγινε ἄφαντος. Ὁ Ἰωσήφ σηκώθηκε ἀμέσως ντύθηκε βιαστικά, ξύπνησε τήν Παναγία καί τῆς εἶπε σιγανά: « Σήκω γρήγορα καί ἑτοιμάσου νά φύγουμε πρίν ξημερώσει…. Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ μοῦ εἶπε αὐτή τή στιγμή ὅτι κινδυνεύει ἀπό τόν Ἡρώδη ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ καί πρέπει νά φύγουμε γιά τήν Αἴγυπτο……..Δέν πρέπει νά χάσουμε οὔτε στιγμή….. Ἀμέσως ἡ Θεοτόκος σηκώθηκε καί ἄρχισαν καί οἱ δύο τήν ἑτοιμασία γιά τό ταξίδι. Ἔπρεπε νά πάρουν μαζί ὅλα τά φτωχικά πράγματά τους γιατί θά πήγαιναν σέ ξένη χώρα, στήν ὀποία δέν εἶχαν συγγενεῖς καί φίλους, καί δέν ἤξεραν πόσο καιρό θά ἔμεναν ἐκεῖ. Ἀφοῦ τά ἑτοίμασαν, τά φόρτωσαν πάνω στό γαϊδουράκι καί κάθησε πάνω σ’ αὐτό ἡ Παναγία, κρατῶντας στήν ἀγκαλιά της τόν μικρό Χριστό. Ἔκαναν τήν προσευχή τους καί ζήτησαν τήν προστασία τοῦ Θεοῦ. Ἀμέσως μετά ξεκίνησαν μέσα στό σκοτάδι τῆς νύχτας. Ταξίδευαν πολλές ἡμέρες! Κόπος ἀλλά καί φόβος μεγάλος! Φοβόνταν μήπως ὁ Ἡρώδης τούς προλάβει ἢ μήπως στείλει στρατιῶτες νά τούς συλλάβουν. Ὅταν ἄκουγαν νά ἔρχονται πίσω τους ταξιδιῶτες τρόμαζαν καί ἡ Παναγία ἔσφιγγε μέ φόβο στήν ἀγκαλιά της τόν Χριστό. Πόσες φορές δέν ἄλλαξαν δρόμο, δέν πέρασαν ἀπό ἄγρια μονοπάτια, γιά μεγαλύτερη ἀσφάλεια! Παρ’ ὅλα αὐτά εἶχαν τήν ἐλπίδα ὅτι ὁ Θεός ἦταν παντοδύναμος προστάτης τους! Ὅταν ἔφτασαν στήν Αἴγυπτο, ἦταν πιά ἀσφαλεῖς ἀπ’ τόν Ἡρώδη! Βέβαια ἀντιμετώπιζαν προβλήματα ἀπό τούς Αἰγυπτίους, λόγω τῆς ἑβραϊκής τους καταγωγῆς καί λόγω τοῦ ὅτι ὁ Ἰωσήφ ἔπρεπε νά βρεῖ μιά δουλειά, πάνω στήν τέχνη του, γιά νά βγάζει τά ἔξοδα τῆς οἰκογενείας! Ὅλα ὅμως τά ὑπέφεραν μέ πίστη καί γενναιότητα καί δόξαζαν τόν Θεό! Ὕστερα ἀπό κάμποσο καιρό πέθανε ὁ σκληρός ἐκεῖνος βασιλιάς Ἡρώδης. Ἄγγελος Κυρίου τότε φανερώθηκε στόν Ἰωσήφ καί τοῦ είπε: «Τώρα εἶναι πλέον καιρός νά γυρίσετε στήν πατρίδα σας. Ὁ Ἡρώδης πέθανε καί θά μπορέσετε νά ζήσετε ἥρεμοι καί εἰρηνικοί»!